ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η νέα αφήγηση έχει μορφή ντιμπέιτ

Θα μπορούσε να μοιάζει με θεατρικό Φρανκεστάιν: ο Σύλλας Τζουμέρκας και η Γιούλα Μπούνταλη, της κινηματογραφικής «Χώρας προέλευσης», ανεβάζουν μια ανατρεπτική παράσταση στο Bios, με επιλογή και συρραφή κειμένων που δεν έχουν φαινομενικά καμιά συγγένεια. Εμπνέονται πρωτίστως από το μυθιστόρημα «Ερωτευμένες γυναίκες» του Χ. Ντ. Λόρενς, από ομιλίες του Στυλιανού Παττακού, της Σάρα Πέιλιν και του Μπαράκ Ομπάμα, λόγους συνδικαλιστών, εξομολογήσεις μπλόγκερ, γραπτά διάσημων συγγραφέων όπως ο Εζρα Πάουντ και η Ντόρις Λέσινγκ, συνθήματα, μικρές αγγελίες. Φτιάχνουν μια νέα αφήγηση, με σάρκα και οστά, που έχει τη μορφή του «Ντιμπέιτ» για τέσσερις ηθοποιούς. Εκτός από το σκηνοθετικό δίδυμο, εμφανίζονται ο Μιχάλης Οικονόμου και η Διώνη Κουρτάκη.

Οι ανατροπές δεν σταματούν εκεί. Δεν υπάρχει σκηνή και πλατεία. Οι θεατές, καθισμένοι περιμετρικά, σχηματίζουν έναν κλοιό γύρω από τους ηθοποιούς. Δεν υπάρχουν σκηνικά, αλλά ένας μίνιμαλ χώρος με τα χρειώδη για μια παράσταση. Δεν υπάρχει πλοκή, παρά αντιπαράθεση συναισθημάτων και εικόνων. Κάπως έτσι, μια φόρμα διαλόγου που την έχουμε ταυτίσει με την πολιτική επικοινωνία, ξαναγυρνά πίσω σε εμάς. Τους παραζαλισμένους Ελληνες της κρίσης που βλέπουν το οικοδόμημα της Μεταπολίτευσης να καταρρέει, καταπλακώνοντας βεβαιότητες, αξίες, δεδομένα.

Αστραπιαίες ατάκες

Το έργο εξελίσσεται χωρίς δομή, σαν ένα ταχύτατο πινγκ – πονγκ ανάμεσα στους ηθοποιούς. Οι ατάκες είναι αστραπιαίες, σαν θεατρικό twitter, όπου όλα συμπυκνώνονται. Η θεματολογία έχει ροή: οικογένεια, γάμος, έρωτας, πατρίδα, πολιτική, ελευθερία, δημοκρατία, γονείς, θάνατος. Τι μένει στο τέλος; Η αίσθηση ότι το έδαφος είναι παντού σαθρό, η αμφιβολία. Μια αόριστη αίσθηση ό,τι χρειαζόμαστε κάτι νέο, λίγο κουράγιο, ακόμα και αν είναι η επόμενη ανάσα, η επόμενη σκέψη. Το κοινό παρακολουθεί τους ηθοποιούς από απόσταση αναπνοής, σε μια εναλλαγή καταστάσεων.

«Ζούμε σε μια εποχή σύγχυσης, που μας έδωσε όλα τα δραματουργικά ερεθίσματα», λέει ο Σύλλας Τζουμέρκας, λίγο μετά το τέλος του έργου, όταν οι θεατές έχουν αποχωρήσει από την αίθουσα: 20 – 30 άτομα, οι περισσότεροι νέοι, που στέκονται για να πιουν ένα ποτό στο μπαρ. «Η βασική ανάγκη ήταν να επαναφέρουμε το ντιμπέιτ ως δίαυλο επικοινωνίας. Η προσοχή του θεατή διασπάται, καθώς παρακολουθεί τέσσερις ανθρώπους, που εκπροσωπούν διαφορετικές θέσεις, από τον δεξιό συντηρητισμό μέχρι την αριστερή αμφισβήτηση. Μόλις πας να ταυτιστείς με κάποιον απ’ όλους, έρχεται η αναίρεση αυτής της εύθραυστης πίστης, επειδή ακούς το επιχείρημα του επόμενου», λέει η Γιούλα Μπούνταλη.

Και η ιδέα πώς γεννήθηκε: «Από κάποια κλασικά ντιμπέιτ που μας άρεσαν, όπως εκείνο μεταξύ Τσόμσκι και Φουκό. Δεν περιοριστήκαμε. Βάλαμε τμήματα και από τον διάλογο της παρουσιάστριας Τάιρα Μπανκς με ένα μοντέλο. Πήγαμε από το υψηλό στο ποπ. Υστερα αρχίσαμε να αναζητάμε κείμενα που μας ενδιέφεραν και βρεθήκαμε να διαπλέουμε μια θάλασσα από ενδιαφέρουσες, αλλά αντικρουόμενες ιδέες» εξηγεί ο Σύλλας Τζουμέρκας. Συνεχίζει: «Κατά τη διαδικασία, κάναμε συνέχεια δοκιμές και πρόβες επί σκηνής μέχρι όπου έφυγε το περιττό και έμεινε το ουσιώδες. Ηταν σαν αφήγημα που αυτονομήθηκαν οι χαρακτήρες και από μόνοι τους κρατούσαν αυτά που ήθελαν να πουν. Το κυριότερο είναι ότι πρέπει να διατυπώσουμε νέες ερωτήσεις, τώρα που η βεβαιότητα των στέρεων απαντήσεων, εξαφανίστηκε».

Για τον Τζουμέρκα και την Μπούνταλη, η παράσταση δεν είναι λόγος – αντίλογος, αλλά ο λόγος και η «σκιά» του: «Δεν θέλαμε να ξιφομαχήσουμε με επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα αλλά να προχωρήσουμε σκέψεις και προβληματισμούς σε βάθος», λέει το σκηνοθετικό δίδυμο «Από όλα αυτά που ζούμε σήμερα, καταλαβαίνουμε ότι το μόνο που θα αντέξει είναι τα θραύσματα, η αποσπασματικότητα. Ομως το σημαντικότερο είναι η σύνθεσή τους, που μπορεί να έρθει μόνον αν ακούσουμε το αντίβαρο όσων πιστεύουμε, αποδεχθούμε την συνύπαρξη με το διαφορετικό, αναζητήσουμε την άλλη άποψη για να σχηματίσουμε καλύτερα την δική μας».

Αλλαγή ρόλων

Οι τέσσερις ηθοποιοί αλλάζουν συνέχεια θέσεις και ρόλους: «Στο κείμενό μας, συναντιούνται όλοι στον ίδιο σφυγμό της αγωνίας: πώς πρέπει να ζήσουμε από εδώ και στο εξής; Από τι θα κρατηθούμε; Πώς θα συμβιώσουμε; Τα υπαρξιακά ερωτήματα μπλέκονται με τα καθημερινά». Η απουσία πλοκής από το έργο, βάζει τους θεατές σε μια συνεχή φόρτιση για την επόμενη φράση. Ολα συμβαίνουν στα λόγια. «Οι χαρακτήρες κατηγορούν συνεχώς ο ένας τον άλλο και ύστερα τον εαυτό τους. Υπάρχει θυμός, πικρία, ειρωνεία, αντίδραση, παραίτηση, αγάπη, υποχώρηση», λέει η Μπούνταλη.

Λέξεις στο μίξερ; Αλληλοδιαπλεκόμενοι μονόλογοι; «Οχι, δεν ποντάραμε στο χάος, αλλά στη θολή αίσθηση που έχουμε πια για τα πράγματα. Ο έρωτας, οι σχέσεις και η οικογένεια, οι προσωπικοί δεσμοί είναι πιο συνεκτικοί δεσμοί από τους κοινωνικούς. Γι’ αυτό στηρίξαμε όλο το έργο στη διάδραση αυτών των τεσσάρων ατόμων, που πρεσβεύουν διαφορετικούς κόσμους όχι όμως με συνέπεια και συνοχή. Ισως διότι τελικά, αν κολλήσεις όλα τα τμήματα, θα φτιάξεις το παζλ του σημερινού Ελληνα, μέσα από τα μάτια των κοντινών του ανθρώπων», λέει ο Σύλλας Τζουμέρκας.

Η παράσταση «Ντιμπέιτ» παρουσιάζεται στο Bios (Πειραιώς 84) ώς και τις 8 Απριλίου. Εισιτήριο 15 ευρώ (10 φοιτητικό).