ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η σπάνια ποίηση της Εμιλυ Ντίκινσον

ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ

Ποιήματα

μετ. Μαρία Δαμολή

εκδ. Γιαλός

Είναι, ας μη γελιόμαστε, αδύνατο, τούτες τις εβδομάδες και τους μήνες, να διαβάσουμε και να συζητήσουμε οτιδήποτε, παραμένοντας ανεπηρέαστοι από όσα συμβαίνουν γύρω μας. Οι φορτίσεις μας μοιραία θα εκβάλουν και στην πράξη της ανάγνωσης, χρωματίζοντας εναγωνίως το αόρατο ρεύμα που δημιουργείται από την ανταλλαγή ανάμεσα στο κείμενο και στον κριτικό αναγνώστη. Η Ντίκινσον (1830-1886) από το Αμχερστ της Μασαχουσέτης είναι, βεβαίως, για τους ποιητές και για την ποίηση μύθος και τέρας ιερό. Πλάσμα αποκομμένο από την «κανονική ζωή», αποτραβηγμένο, απόλυτα αλλά μυστικά αφιερωμένο στην τέχνη της, κινείται στα όρια του αλλόκοτου εκπληρώνοντας ταυτόχρονα τον μύχιο πόθο κάθε δημιουργού: να εγχύσει ολόκληρη την παράφορη ιδιοσυγκρασία της στις λέξεις που, ανταποδίδοντας το τίμημα, πετυχαίνουν «τα πάντα» – σε ένα. Μια Ποίηση ακραία αυτοαναφορική και ταυτόχρονα ακραία εξωστρεφή, ώστε οι δυο βραχίονες εντέλει να συναντηθούν και να κλείσουν σε ένα δυναμικό ενεργειακό κύκλωμα, που δεν έπαψε έκτοτε να τροφοδοτεί τους αναγνώστες, τους κριτικούς και τους ίδιους τους ποιητές.

Ανθολογώντας την για τις εκδόσεις faber and faber (πρώτη έκδοση 1968) ο ευαίσθητος και οξυδερκής ομότεχνός της Τεντ Χιουζ αποδίδει στη μεγάλη ποιήτρια μιαν ιστορικότητα, που βοηθά κι εμάς, τους σημερινούς, να επικοινωνήσουμε ακόμη βαθύτερα με το έργο της, δονούμενοι καθώς είμαστε από τα σεισμικά κύματα της δικής μας, αφόρητα πλέον καθημερινής, «Ιστορίας». Ετσι, ο Χιουζ αποδίδει στις μεγάλες συγκρούσεις του Αμερικάνικου Εμφυλίου, στους κόσμους, τις ιδέες και τους πολιτισμούς που βυθίστηκαν και αναδύθηκαν γύρω της την εποχή ακριβώς που η Ντίκινσον έμπαινε στην ωριμότητα και η δημιουργικότητά της γνώριζε το ζενίθ της, όχι απλώς την ιδιότητα της γόνιμης επιρροής ή ακόμη και μιας «ιδρυτικής συνθήκης»· πολύ περισσότερο βλέπει την ύπαρξή της να γίνεται αυτή η ίδια το πεδίο των μεγάλων συγκρούσεων, έτσι όπως αφήνεται να δεχτεί και τα άλλα παθήματα, την εμπειρία της φύσης, του έρωτα, της ομορφιάς.

Η ποιήτρια Ντίκινσον, όπως μας την προτείνει ο Χιουζ, είναι μια ασύλληπτης ακρίβειας και πυκνότητας φορητή οθόνη, όπου το ιστορικό και το άχρονο της ανθρώπινης μοίρας αναπαριστώνται συμπλεκόμενα για χάρη μας σε μια υψηλών προδιαγραφών ποιητική παραγωγή. Μπορούμε σήμερα να ξεδιψάσουμε τις εντάσεις μας με τη σπάνια αυτή ποίηση, χωρίς να υποκριθούμε κάποια «ποιητική» σκηνοθεσία, που μέρα τη μέρα φαντάζει ολοένα και περισσότερο αδιανόητη. Ας βουτήξουμε, όπως ζητά ο Χιουζ, στην Ντίκινσον, όπως εισέρχεται η ποιήτρια στο κάθε εδώ και τώρα, χωρίς αναισθητικό.

Κάθε μικρό της ποίημα θα κόψει την ανάσα του αναγνώστη με την οξύτητα και την απόκοσμη ομορφιά του. Το κομψό λευκό βιβλιαράκι των εκδόσεων «Γιαλός» με 87 από τα ποιήματα της Ντίκινσον (δεν συμπεριλάβαμε στο μέτρημα τις διαφορετικές εκδοχές ενός και του αυτού ποιήματος, που φρόντισε να παραθέσει η μεταφράστρια Μαρία Δαμολή), κοσμείται από δυο έγχρωμες σελίδες στην αρχή και στο τέλος – αθέλητη ίσως τιμή στις μοβ βιολέτες που, μοναδικές μέσα στο αγαπημένο λευκό της Ντίκινσον, τη νεκροστόλισαν. Σε μια ποιήτρια που, όπως τόσες άλλες ομόφυλες ομότεχνές της, είχε κι αυτή την εμμονή του θανάτου, ταιριάζει τέτοια «περιβολή».

Η μετάφραση της Ντίκινσον είναι υπόθεση παραπάνω από δύσκολη. Η Μαρία Δαμολή επιδιώκει ελληνικά ποιήματα ρυθμικά και μελωδικά, αντάξια του πρωτοτύπου, χωρίς εκπτώσεις στη μορφή και στο ύφος. Οταν το πετυχαίνει, όπως συμβαίνει στην πλειοψηφία των μεταφρασμένων ποιημάτων στον υπό συζήτηση τόμο, το αποτέλεσμα εμπνέει σεβασμό. Οταν δυσκολεύεται, αποφασίζει μάλλον υπέρ της μορφής, υπέρ ενός τελικού εύμορφου ποιήματος στα ελληνικά, λιγότερο υπέρ της νοηματικής πιστότητας – αν μπορεί να διανοηθεί κανείς παρόμοιους αυστηρούς διαχωρισμούς στην ποίηση της Ντίκινσον.

Καθώς η ποιήτρια είναι, πρακτικά, ελάχιστα γνωστή στη γλώσσα και στον ελληνικό πολιτισμό μας, ελπίζουμε, μ’ αυτή την αξιοσημείωτη αφορμή, να την δεξιωθούμε ξανά στο μέλλον, με ακόμη περισσότερα εφόδια και με ολοένα και περισσότερο χώρο, που αξίζει να της τον παραχωρούμε.