ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τάσος Μαντζαβίνος, μια άνω τελεία στη δουλειά του

Κάθε έργο κρύβει μέσα του το ψυχικό αποτύπωμα του δημιουργού του. Πρέπει όμως να έχει δει κανείς το μεγαλύτερο τμήμα της χειρονομίας του καλλιτέχνη -όπου κάθε μεμονωμένο έργο αποτελεί μια κουκκίδα στον χάρτη της διαδρομής- για να διακρίνει το αποτύπωμα. Τα μεμονωμένα έργα μόλις που μεταδίδουν μιαν ατμόσφαιρα, το αχνό περίγραμμα ενός «μηνύματος» ή και αποκαλύπτουν τις επιρροές του δημιουργού.

Αυτές οι σκέψεις γεννήθηκαν καθώς έκανα τον γύρο της έκθεσης 170 έργων ζωγραφικής (λάδια, σχέδια και κατασκευές) του Τάσου Μαντζαβίνου στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Η έκθεση των έργων της τελευταίας τριακονταετίας δεν είναι αναδρομική. «Είναι», όπως ανέφερε η επιμελήτρια Ελισσάβετ Πλέσσα, «μια άνω τελεία στη δουλειά του, που μας δίνει την ευκαιρία να αποτιμήσουμε ό, τι έχει κάνει». Η έκθεση ήταν απόρροια ενός κομψού λευκώματος (εκδ. Πατάκη) αφιερωμένου στον ζωγράφο που επιμελήθηκε ο συλλέκτης και φίλος του Φίλιππος Μπεγλέρης. Τα έργα που παρουσιάζονται σε μια «χαλαρή χρονολογική σειρά» υπογραμμίζουν την εξέλιξη ενός καλλιτεχνικού εγχειρήματος αυτογνωσίας, μιας αυτοβιογραφικής χειρονομίας.

Αλλη εντελώς εικόνα για τον άνδρα είχα σχηματίσει από την περιστασιακή επαφή με μεμονωμένα έργα του Μαντζαβίνου. Είχα διακρίνει μια ροπή προς τη ναΐφ και τη λαϊκή ζωγραφική που παραπέμπει στον Θεόφιλο, στον (πολυαγαπημένο του) Κόντογλου, ακόμα και στα σχέδια του Μποστ. Εναν εξπρεσιονισμό που αντιμάχεται την «κοπτοραπτική», όπως την αποκαλεί, του ακαδημαϊκού σχεδίου, σπεύδοντας να υπηρετήσει αύτανδρος το χρώμα, μια τεχνοτροπία που, όπως ανέφερε κάποτε ο Νίκος Γ. Ξυδάκης, φέρνει στον νου τον Ζορζ Ρουό, τον Ματίς και τον Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ.

Η πρώτη επαφή με τα έργα του ήταν για μένα μια έκπληξη, ένα (σχεδόν) σοκ. Κι αυτό διότι είχα την τύχη να τον έχω δάσκαλο στο απαραίτητο (κοπτοραπτικό) ακαδημαϊκό σχέδιο από το οποίο κι εκείνος πέρασε και άφησε πίσω του μπαίνοντας στην Καλών Τεχνών. Η απόσταση που χώριζε το διδασκόμενο σχέδιο από το ζωγραφικό του έργο φάνταζε στα μάτια μου αχανής και απροσπέλαστη. Κι επειδή καταλάβαινα το πρώτο, έμοιαζε δυσνόητο το δεύτερο.

Η τρέχουσα έκθεση κατέστησε εμφανές το συνολικό εγχείρημα και το μεμονωμένο αποτύπωμα του ζωγράφου σε κάθε πίνακα. Ο Μαντζαβίνος, μοναχικός και αποσυνάγωγος τράβηξε τη δική του ρότα, πασχίζοντας να συλλάβει την εικόνα του εαυτού του ως ζωγράφου. Ακόμα και τα πορτρέτα του Τζούλιο Καΐμη ή του Καραγκιόζη αποτελούν εναύσματα μελλοντικής αυτοπροσωπογραφίας. Εξ ου και ακολουθεί απαρέγκλιτα μια αυτοπροσωπογραφία του ζωγράφου ως Καΐμη ή Καραγκιόζη.

Η επίγνωση

Στο τέλος της έκθεσης ο επισκέπτης αναγνωρίζει στους πρωτόπλαστους ή στα αδέσποτα σκυλιά που περιδιαβαίνουν στους πίνακές του, διαφορετικές εκδοχές του απομόναχου ζωγράφου. Την εικόνα συμπλήρωσε ο Μαντζαβίνος: «Για μένα σημαντικός είναι ο τίτλος «Η δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται» (από την Β΄ προς Κορινθίους επιστολή του Παύλου), γιατί στη νόσο και στην ασθένεια φαίνεται η πραγματική δύναμη του ανθρώπου». Και υπάρχει, αλήθεια, μεγαλύτερη δύναμη από την επίγνωση της ανεπάρκειας και της ασθένειάς μας;