ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η μοναξιά των θυρωρείων στις αστικές πολυκατοικίες

Περπατώντας κανείς στους δρόμους της Αθήνας, που είναι πια «σαν το Κε-σαν σε καιρό πολέμου» (για να παραλλάξουμε τον Βασίλη Βασιλικό, σε μια πρόζα του για το Δυτικό Βερολίνο της δεκαετίας του ’70), ανάμεσα στους «ρακοσυλλέκτες του αλουμινίου» και τα κοκκινοκίτρινα «Ενοικιάζεται» ή «Πωλείται» στα τζάμια των εισόδων των πολυκατοικιών, συχνά το μάτι πέφτει σε μικρές ξύλινες, συνήθως σκούρου χρώματος, κατασκευές, που άλλοτε θυμίζουν θρανία κι άλλοτε γκισέ, όμως ποτέ κανείς δεν συναντά κάποιον πίσω από αυτές. Πρόκειται για τα θυρωρεία των αστικών πολυκατοικιών, που ζωντάνεψαν κυρίως μεταπολεμικά και επέζησαν μέχρι τα τέλη του ’80, πρoτού εμφανιστούν οι μεζονέτες και τα συγκροτήματα στα προάστια. Αυτές οι κατασκευές, κάποτε, είχαν «σώμα και ψυχή», κι ένα πρόσωπο, συνήθως εξ επαρχίας προερχόμενο, που αποτελούσε φύλακα-άγγελο της πολυκατοικίας, άγρυπνο φρουρό, αλλά και, συχνά, έναν «υπάλληλο γενικών καθηκόντων» για τις ανάγκες των ενοίκων. Τότε, στο ραδιόφωνο ακουγόταν το «Ημερολόγιο ενός θυρωρού», με τον Γιάννη Βογιατζή, και στον ασπρόμαυρο κινηματογράφο απαθανατίζονταν κυρίως στο πρόσωπο του Ορέστη Μακρή, του Θανάση Βέγγου και του Τάσου Γιαννόπουλου, διακωμωδώντας στις ηθογραφίες του άλλοτε τον καλόβολο, κι άλλοτε τον πολυμήχανο ή κουτσομπόλη θυρωρό, του οποίου η χωρο-ταξική του θέση ήταν στο υπόγειο της πολυκατοικίας.

Αρκετές φορές, το θυρωρείο, όπως η είσοδος και το κλιμακοστάσιο, ήταν ενταγμένο απόλυτα στο πνεύμα ενός εμπνευσμένου αρχιτεκτονικού σχεδίου, μεταξύ εκλεκτικισμού και μοντερνισμού. Παρατηρώντας κανείς αυτές τις παρένθετες κατασκευές, που παραμένουν επί δεκαετίες «ακατοίκητες», σαν άδειες φωλιές από πουλιά που τα ‘διωξε η πόλη ή φυλάκια συνόρων που καταργήθηκαν, μπορεί κανείς να αναπολήσει ή να αναλογιστεί: τη χρυσή εποχή της μεσο- και μεταπολεμικής αστικής πολυκατοικίας στην πρωτεύουσα ή την εξαφάνιση μιας «κατά τα άλλα συμπαθούς τάξης», που συχνά φορτώθηκε τις αμαρτίες του μικροαστισμού ή των εμφυλίων παθών.

Υστερα, ξεφυλλίζοντας τον ξένο Τύπο, ταξιδεύει κανείς νοερά στο Παρίσι, τη μητρόπολη των θυρωρών (consierge): στην ανταπόκριση της S­ddeutsche, αποκαλύπτεται μια παράδοση, με ρίζες στον 18ο αιώνα, συνήθως γυναικοκρατούμενη, που γοήτευσε τον Μπαλζάκ, τον Σελίν και τον Σιμενόν. Τελευταία συμπρωταγωνίστησε στην «Κομψότητα του σκαντζόχοιρου», της Μιριέλ Μπαρμπερί, στη σύγχρονη εκδοχή της Μαντάμ Πιπελέτ, του Ευγένιου Συ, στα «Μυστικά του Παρισιού» (1843).

Στη Γαλλία το επάγγελμα του θυρωρού αναβιώνει. Σ’ εμάς απόμειναν τα θυρωρεία: κενά, μοναχικά, κι όμως, γεμάτα μνήμες, εικόνες και συνειρμούς.