ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στο Βερολίνο του 1933 με τα χιτλερικά θηρία

ΕΡΙΚ ΛΑΡΣΟΝ

Στον κήπο με τα θηρία

εκδ. Μεταίχμιο, 2011

σελ. 574

Στον κήπο με τα θηρία, ο Αμερικανός δημοσιογράφος και ιστορικός Ερικ Λάρσον αφηγείται το χρονικό της θητείας του Γουίλιαμ Ντοντ ως πρεσβευτή των ΗΠΑ στη ναζιστική Γερμανία. Ο καθηγητής Ντοντ, συνοδευόμενος από τη σύζυγο, τον γιο και τη φλογερή κόρη του Μάρθα, φτάνει στο Βερολίνο, το καλοκαίρι του 1933, την ίδια περίοδο που ο Χίτλερ μηχανεύεται τρόπους για να εδραιώσει την κυριαρχία του και να απαλλαγεί από όλους όσοι στέκονταν εμπόδιο στα σχέδιά του.

Η οικογένεια των Αμερικανών θα μείνει στο Βερολίνο τεσσεράμισι χρόνια, όμως η αφήγηση επικεντρώνεται στον πρώτο χρόνο παραμονής τους εκεί, αφού το σύντομο αυτό διάστημα ήταν αρκετό για να μετατρέψει την αισιόδοξη πεποίθηση ότι ο γερμανικός λαός υπό τον νέο καγκελάριο θα έκανε προσπάθειες σύγκλισης με τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, σε ανείπωτη αποστροφή για τη βιαιότητα και τον παραλογισμό του καθεστώτος.

Υιοθετώντας την καλοπροαίρετη οπτική του Αμερικανού πρέσβη, αλλά και αυτή της γεμάτης ζωντάνια και περιέργεια κόρης του, ο Λάρσον ακολουθεί τους δύο κύριους χαρακτήρες του στις συναναστροφές τους με σημαίνοντα πρόσωπα της εποχής: ο 64χρονος πρέσβης, ένας ήσυχος και χαμηλών τόνων διανοούμενος, εκτελεί τα καθήκοντά του με συνέπεια ενώ ταυτόχρονα αναζητεί χρόνο για να ολοκληρώσει τη συγγραφή του βιβλίου του για τον αμερικανικό Νότο. Κύριο μέλημά του είναι η διασφάλιση καλών διπλωματικών σχέσεων με τη Γερμανία με την ελπίδα ότι η χώρα θα ξεπλήρωνε το υπέρογκο χρέος της προς τους Αμερικανούς πιστωτές.

Ωστόσο, κάτι τέτοιο γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο για τον νέο πρέσβη, καθώς οι επιθέσεις προς Αμερικανούς πολίτες, είτε λόγω της εβραϊκής τους καταγωγής είτε απλώς επειδή δεν χαιρέτησαν ναζιστικά τους παρελαύνοντες στρατιώτες, αυξάνονται δραματικά. Οι αλλεπάλληλες παραστάσεις διαμαρτυρίας στον υπουργό Εξωτερικών, τον αντικαγκελάριο, τον υπουργό Εσωτερικών Γκέρινγκ, ακόμη και στον Χίτλερ προσωπικά (δύο φορές), άφηναν τον Ντοντ σε αμηχανία, αφού, παρά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις για αλλαγή στάσης, η κατάσταση επιδεινωνόταν.

Και ρομάντζο

Από την άλλη, η 25χρονη Μάρθα Ντοντ τόσο γοητεύεται από τη «νέα Γερμανία» και τους φερέλπιδες αξιωματικούς που την περιβάλλουν, που μπλέκεται σε παράλληλους ρομαντικούς δεσμούς με διάφορους από αυτούς, μεταξύ των οποίων ο Ρούντολφ Ντιλς, επικεφαλής της Γκεστάπο, και ο Χάνφστενγκλ, υπεύθυνος ξένου Τύπου, ο οποίος μάλιστα τη γνώρισε στον ίδιο τον Χίτλερ με την προοπτική ο Φύρερ να την ερωτευτεί. Ταυτόχρονα, συνάπτει δεσμό με ανώτατο στέλεχος της πρεσβείας της Σοβιετικής Ενωσης και μέσω αυτού αργότερα στρατολογείται στις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες.

Οι συνεχιζόμενες διώξεις των Εβραίων, η απόσυρση της Γερμανίας από την Κοινωνία των Εθνών, η αναθεώρηση της Συνθήκης των Βερσαλλιών και η ενίσχυση των εξοπλισμών ήταν εμφανείς ενδείξεις της μεταστροφής του πολιτικού κλίματος ακόμη και για τον μετριοπαθή Ντοντ. Ομως, το επεισόδιο που σφράγισε καθοριστικά τις δυσοίωνες προβλέψεις του για τη χιτλερική Γερμανία ήταν η «νύχτα των μεγάλων μαχαιριών» (30.6.1934), η πρώτη πράξη στην τραγωδία που ακολούθησε, όπου ο Χίτλερ προέβη σε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις αντιπάλων του ισχυριζόμενος ότι κατέστειλε μια κυοφορούμενη εξέγερση.

Με εξανεμισμένες τις ελπίδες για τη δική του θετική επιρροή στον Χίτλερ ώστε να σταματήσουν τα εγκλήματα εναντίον των Εβραίων ή για άσκηση πίεσης από την κυβέρνηση των ΗΠΑ προκειμένου να αναχαιτιστεί η πορεία του Χίτλερ στην απόλυτη εξουσία, ο δημοκράτης Ντοντ γίνεται κυνικός, παρατηρώντας ότι «σε μια εποχή που εκατοντάδες άνθρωποι έχουν θανατωθεί χωρίς δίκη ή απόδειξη ενοχής», μόνο τα ζώα έχουν κατοχυρωμένα δικαιώματα.

Πέρα από τα ιστορικά πρόσωπα και τα γεγονότα που αφηγείται, ο Λάρσον πετυχαίνει να αναβιώσει την ατμόσφαιρα του προπολεμικού Βερολίνου, μιας όμορφης πόλης όπου κυμάτιζαν τα ναζιστικά λάβαρα και ολοένα πλήθαιναν οι μαυροντυμένοι άνδρες των SS. Το Βερολίνο που γνώρισαν ο Ντοντ και η Μάρθα (και που στο τέλος του πολέμου ισοπεδώθηκε από τις συμμαχικές βόμβες), έσφυζε από ζωντάνια και ενεργητικότητα. Οι Βερολινέζοι ψώνιζαν στα τεράστια εμπορικά καταστήματα, διοργάνωναν πάρτι με τσάι, δειπνούσαν, χόρευαν, αστειεύονταν, ενίοτε παρουσία του Γκέμπελς και του Γκέρινγκ ή αναζητούσαν στιγμές ηρεμίας στους περιπάτους τους στο Τιεργκάρτεν (που στα γερμανικά σημαίνει «κήπος των θηρίων»).

Παρά το μυθιστορηματικό ύφος, την πλούσια πλοκή και τη διεξοδική ανάπτυξη των χαρακτήρων, το βιβλίο του Λάρσον δεν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Ο συγγραφέας, εμβριθής μελετητής της ογκώδους βιβλιογραφίας για τον Χίτλερ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (που παρατίθεται στο 100σέλιδο επίμετρο μαζί με εκτενείς υποσημειώσεις) πετυχαίνει να ανασυνθέσει το σκοτεινό κλίμα της εποχής χωρίς καθόλου να παρεκκλίνει από την ακριβή καταγραφή των ιστορικών γεγονότων. Πρόκειται για ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα που φωτίζει τις πρώιμες και, εν πολλοίς, άγνωστες πτυχές του χιτλερικού καθεστώτος, και την αδυναμία της διεθνούς διπλωματίας να αξιολογήσει τα δείγματα γραφής του και να παρέμβει εγκαίρως.