ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενας Γερμανός περπατά στην Αθήνα

«Εξω οι ξένοι από την Ελλάδα. Η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες». Ενα σύνθημα γραμμένο με τεράστια γράμματα σε μπλε φόντο έξω από την εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα. Ο Τομπίας Βάιτ φωτογραφίζει με το κινητό του τηλέφωνο το σύνθημα αφού του εξηγώ τι σημαίνει. Με ρωτάει απορημένος πώς είναι δυνατόν να γράφεται κάτι τέτοιο όταν σχεδόν όλοι όσοι κάθονται στην πλατεία είναι ξένοι. Είναι τουλάχιστον προσβλητικό. Του επισημαίνω πως ο Αγιος Παντελεήμονας είναι μια «δύσκολη» περιοχή της Αθήνας με πάρα πολλούς ξένους, αυξημένη εγκληματικότητα και συχνές συγκρούσεις με ακροδεξιούς.

Ο 43χρονος Τομπίας Βάιτ είναι και αυτός ξένος, αλλά ένας «άλλος» ξένος. Προνομιούχος. Είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής παραγωγής του περίφημου γερμανικού θεάτρου στο Βερολίνο Schaub­hne. Βρέθηκε στην ελληνική πρωτεύουσα για τις τέσσερις παραστάσεις που έδωσε το θέατρό του στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών. Είναι η όγδοη φορά που η Schaub­hne συμμετέχει στο διεθνές αυτό φεστιβάλ και ο Τομπίας Βάιτ γνωρίζει αρκετά καλά την Ελλάδα, μια και ξεκίνησε να την επισκέπτεται από δέκα χρόνων μαζί με τους γονείς του και από τότε δεν σταμάτησε.

Πολυχρωμία

Γνωρίζει και την Αθήνα, αλλά όχι αυτήν την πλευρά της. Αποφασίσαμε να κάνουμε μια βόλτα στην «άλλη» Αθήνα, αυτήν που κανένας τουριστικός οδηγός δεν συνιστά ως άξια να την επισκεφθεί κανείς, αλλά που, όμως, περιοχές της όπως ο Αγιος Παντελεήμονας έχουν βρεθεί επανειλημμένως στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των διεθνών ΜΜΕ.

«Η περιοχή είναι πιο πολύχρωμη απ’ ό,τι το Κρόιτζμπεργκ στο Βερολίνο. Εκεί μένουν περισσότερο κάτοικοι τουρκικής καταγωγής, αλλά γενικότερα τόση πολυχρωμία δεν την συναντάει κανείς στη Γερμανία», παρατηρεί ο Τομπίας Βάιτ. Η «άλλη» Αθήνα μέσα από τα μάτια ενός «αλλιώτικου» ξένου.

Ανηφορίζουμε προς την Κυψέλη και εντυπωσιάζεται από την ομορφιά κάποιων νεοκλασικών που έχουν απομείνει, μάρτυρες μιας άλλης, πιο καλαίσθητης και ίσως πιο ξέγνοιαστης εποχής. Κάνουμε μια στάση σε ένα θεατρικό σταυροδρόμι. Εκεί όπου συναντιούνται το Θέατρο της Οδού Κυκλάδων με το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας και το Θέατρο Τόπος Αλλού. Ο Τομπίας Βάιτ εντυπωσιάζεται και πάλι. Τόσο πολλά θέατρα σε μια γειτονιά. Ρωτάει με μεγάλο ενδιαφέρον να μάθει για το ρεπερτόριό τους. Θέλει να μάθει τι γράφουν οι επιγραφές τους και εάν είναι ιδιωτικά θέατρα. Του εξηγώ πως πρόκειται για τρία θέατρα με μια σταθερή ποιότητα στον χρόνο, που επέλεξαν να μην εγκαταλείψουν την περιοχή παρά την υποβάθμισή της τα τελευταία χρόνια.

Η βόλτα μας στη μη τουριστική Αθήνα θα καταλήξει σε μια μικρή όαση στα Πατήσια: στην «Κατάληψη». Ενα υπέροχο κτήμα με πυκνή βλάστηση, δεκάδες δέντρα, χελώνες και ένα υπέροχο νεοκλασικό. Το κατέλαβαν οι κάτοικοι της γειτονιάς πριν από 25 χρόνια και κατάφεραν να το σώσουν από τις αδηφάγες μπουλντόζες και διάφορα συμφέροντα. Μπόρεσαν με πολλή προσωπική δουλειά και ουσιαστικούς αγώνες να το μετατρέψουν σε χώρο πολιτισμού και συνάντησης. Μας υποδέχονται με χαρά και μας κερνούν καφέ.

Η όμορφη πλευρά

Τον ρωτάω για τις εντυπώσεις του από αυτήν την «άλλη» Αθήνα. «Η πόλη μοιάζει εγκαταλελειμμένη, εδώ η ζωή μοιάζει να είναι πιο σκληρή», απαντάει. Ομως πάνω απ’ όλα ο Τομπίας Βάιτ αγαπάει τη ζεστασιά και τον ζωντανό τρόπο των Ελλήνων. Παραδέχεται πως ο ίδιος όταν έρχεται στην Αθήνα μένει σε ωραία ξενοδοχεία στην Πλάκα και δεν μπορεί να καταλάβει την κρίση. «Βλέπω, βέβαια, τα πολλά κλειστά μαγαζιά, αλλά δεν γνωρίζω καλά την πόλη. Δεν ξέρω πώς ακριβώς ήταν πριν από δύο χρόνια».

Η κουβέντα μας αναπόφευκτα στρέφεται γύρω από τις ελληνογερμανικές σχέσεις. Τον ρωτώ εάν όλα όσα διαβάζει στον γερμανικό Τύπο ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα που αντικρίζει και εάν ποτέ φοβήθηκε να έρθει στην Ελλάδα. Πολύ δύσκολη ερώτηση παρατηρεί για το πρώτο σκέλος και επιμένει πως με την ιδιότητά του ως καλλιτεχνικού διευθυντή παραγωγής της Schaub­hne βλέπει συνήθως την πιο όμορφη πλευρά. Οσο για τον εάν ως Γερμανός φοβήθηκε να επισκεφθεί την Ελλάδα, γελάει και απαντάει πως σίγουρα όχι. «Η Ελλάδα είναι μια πάρα πολύ όμορφη χώρα. Η Αθήνα μού θυμίζει λίγο τη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 1970. Κι εκεί υπήρχαν τότε κοινωνικές αναταραχές. Αλλά παρόμοιες καταστάσεις μπορεί κανείς να συναντήσει στο Παρίσι ή ακόμα και στο Βερολίνο».

Η συζήτηση δεν μπορεί, φυσικά, να μην περιστραφεί και γύρω από την τέχνη. Ο Τομπίας Βάιτ εκπροσωπεί ένα από τα σπουδαιότερα θέατρα στον κόσμο. Η Schaub­hne ιδρύθηκε στο Δυτικό Βερολίνο το 1962 από μια ομάδα φοιτητών. Στα χρόνια που ακολούθησαν ανέβασε σημαντικές παραστάσεις, ενώ η συμμετοχή του Πέτερ Στάιν έδωσε σημαντική ώθηση στο θέατρο. Στο Φεστιβάλ Αθηνών συμμετείχε κατόπιν προσκλήσεως του διευθυντή Γιώργου Λούκου. Για πρώτη φορά ήρθαν το 2006 και από τότε, κάθε φορά όλο και με μεγαλύτερη χαρά.

Το ελληνικό κοινό

«Είναι καταπληκτικό το ελληνικό κοινό», παρατηρεί ο Τομπίας Βάιτ και μιλάει με ιδιαίτερη θέρμη για την υποδοχή που τους επιφυλάσσουν οι Ελληνες θεατές. Τα εισιτήρια των παραστάσεών τους εξαντλούνται πάντα σε χρόνο-ρεκόρ. Οσο για τα Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, τα κατατάσσει στα μεγάλα ευρωπαϊκά, όπως αυτά του Εδιμβούργου και της Αβινιόν. Εκφράζει τον θαυμασμό του για το γεγονός ότι παρά την κρίση, το επίπεδο παραμένει πολύ υψηλό, ενώ οικονομικά, τουλάχιστον απέναντι στη Schaub­hne, είναι κάτι παραπάνω από συνεπές.

Και κάτι ακόμα. Η Αθήνα είναι πιο γοητευτική σε σχέση με άλλες θεατρικές μητροπόλεις, όπως το Σάλτσμπουργκ ή η Βιέννη. Μπορεί να μη διαθέτει τα τέλεια ανακαινισμένα θέατρα και στην πρώτη τους εμφάνιση στην οδό Πειραιώς να έπρεπε να αυτοσχεδιάσουν για να ξεπεραστούν κάποιες τεχνικές δυσκολίες, αλλά σε αυτόν ακριβώς τον αυτοσχεδιασμό και τη ζωντάνια κρύβεται και η γοητεία της Αθήνας κατά τον Γερμανό θεατράνθρωπο.

Τον ρωτώ εάν η κρίση δημιούργησε στη Γερμανία κάποιες θεατρικές τάσεις. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, βλέπουμε μια στροφή σε Ελληνες συγγραφείς και ελληνικά κείμενα σαν μια προσπάθεια αναζήτησης μιας ταυτότητας, αλλά και μιας εξήγησης για όσα συμβαίνουν. Μου απαντάει πως στη Γερμανία κάτι παρόμοιο δεν συμβαίνει, αλλά υπάρχει περισσότερο ένα άνοιγμα προς διεθνείς συνεργασίες.

Η βόλτα στην «άλλη» Αθήνα τελειώνει κάπου εδώ. Ο χρόνος πιέζει. Ο Τομπίας Βάιτ δηλώνει για άλλη μια φορά γοητευμένος από την ελληνική πρωτεύουσα. Μπορεί αυτή η πλευρά της να μην είναι τόσο όμορφη, είναι, ωστόσο, πολύ αληθινή και εκεί ακριβώς κρύβεται η γοητεία της και το ενδιαφέρον της για τον συγκεκριμένο Γερμανό επισκέπτη.