ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Σαν ταξίδι στον εθνικό μας εαυτό

Ημουν δέκα χρόνων, αλλά θυμάμαι τις γυναίκες γύρω μας στην πλατεία του θερινού θεάτρου, σφιγμένες στα καλά τους φορέματα, και τους κότσους στα μαλλιά σαν επίσημα ημίψηλα. Θυμάμαι και τους άνδρες καλοκαιριάτικα κουστουμαρισμένους, γιατί ώς μια εποχή κουστουμαρισμένοι πήγαιναν όχι μόνο στο θέατρο αλλά και στις διαδηλώσεις. Κι όσο το σκέφτομαι, αυτή η παράσταση έμοιαζε τελικά με διαδήλωση. Ορθιοι χειροκροτούσαν οι θεατές και οι πιο θαρρετοί βουρκωμένοι. Γιόρταζαν την ανάγκη τους να μοιραστούν όσα τους ένωναν. Με μια συνωμοτικότητα στο βλέμμα, υπονοούμενα στα λόγια των μεγάλων κι όταν ρωτούσες τους γονείς, πολλά μισόλογα.

Ολα, όμως, είχαν σημασία τότε. Γιατί έβλεπες σε αυτή τη γιορτή λαϊκούς ηθοποιούς που ο κόσμος αγαπούσε μέσα από το σινεμά της γειτονιάς του, των 100.000 εισιτηρίων, ίσως και περισσότερα, και τώρα ήταν δικοί τους σε αυτό το μοίρασμα που εξέφραζε τόσο έντονα το κοινωνικό άχτι.

«Κάτι γίνεται!»

1973, θέατρο «Αθήναιον», το «Μεγάλο μας τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου, από την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο. «Ο δράκος είναι εκεί! Και θα ‘ναι και αύριο και μεθαύριο, με το στόμα ανοιχτό. Ξερογλείφεται, τον βλέπετε; Είδε πως σκότωσαν την παρέα του Καραγκιόζη και περιμένει να τους φάει. Ομως δεν θα τους φάει. Και ούτε τους σκότωσαν. Αν δεν με πιστεύετε, βάλτε το αυτί σας στο χώμα και ακούστε. Η γη μας χτυπάει με ογδόντα σφυγμούς ωραίους σαν από παλιό τύμπανο. Κάτι γίνεται! Κάτι γίνεται!», φώναζε η Καρέζη και όλοι καταλάβαιναν για τι μιλούσε. Και ύστερα το πλήθος σηκωνόταν όρθιο βλέποντας να πλησιάζει το «παλικάρι», όπως τον αποκαλούσαν, με τα στιβάλια στα πόδια και το μαύρο μαντίλι με τα κρόσσια σαν δάκρυα στα μαλλιά, τραγουδώντας «Λαέ, μη σφίγγεις άλλο το ζωνάρι». Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να πυροδοτήσει την ατμόσφαιρα ο Νίκος Ξυλούρης.

Τριάντα εννέα χρόνια ύστερα από εκείνη την παράσταση που έπλεξε τέτοιο μύθο γύρω της, ενόχλησε και προκάλεσε το δικτατορικό καθεστώς, το «Μεγάλο μας τσίρκο» είναι πάλι εδώ. Από το ΚΘΒΕ σε συμπαραγωγή με το «Ακροπόλ». Με τον συνθέτη να διευθύνει επί σκηνής την εννεαμελή ορχήστρα και πρωταγωνιστές τους Γιώργο Αρμένη, Τάσο Νούσια, Μαρίνα Ασλάνογλου και τον Ζαχαρία Καρούνη στο τραγούδι.

Αυτή η «ιστορική επιθεώρηση αξιών», όπως τη χαρακτήρισε εύστοχα ο Βάλτερ Πούχνερ («Τοπία ψυχής και μύθοι πολιτείας. Το θεατρικό σύμπαν του Ιάκωβου Καμπανέλλη», εκδ. Παπαζήση), στην πρεμιέρα της στο θέατρο Δάσους στη Θεσσαλονίκη συγκέντρωσε σχεδόν 3.700 θεατές, με τον σκηνοθέτη της παράστασης Σωτήρη Χατζάκη να μετράει, σαν τους παλιούς θιασάρχες, τα χειροκροτήματα και πόσες φορές διέκοπτε το κοινό. «Πενήντα φορές», περηφανεύεται, ενώ προσπαθεί να εξηγήσει τις αντιδράσεις του κόσμου. Τη συγκίνηση που προκαλεί ακόμη σε όσους έζησαν το πρώτο ανέβασμα, εκείνη την ατμόσφαιρα του λαϊκού πανηγυριού, της προσδοκίας και της υπερβολής, ένα αίσθημα που παρασύρει -με άλλο τρόπο- και τους σημερινούς του θεατές. Κυρίως σαν μνήμη.

«Είδα» και «άκουσα» φίλους και γνωστούς

Η Δάφνη Α., 27χρονη φοιτήτρια που παρακολουθεί το μεταπτυχιακό πρόγραμμα του ΕΑΠ Διαχείριση Πολιτιστικών Μονάδων, είδε το «Μεγάλο μας τσίρκο» στο Ρωμαϊκό Ωδείο της Πάτρας. «Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ένα έργο με τόση συναισθηματική φόρτιση για τον καιρό του, που παίχτηκε για πρώτη φορά πριν από 39 χρόνια, θα μπορούσε να με επηρεάσει σήμερα. Στους χαρακτήρες του «είδα» και «άκουσα» φίλους, συγγενείς, τους γονείς μου. Αισθάνθηκα συγκλονισμένη γιατί πολλά απ’ αυτά που θίγει μας απασχολούν και τώρα. Μέσα σ’ όλο αυτό που συμβαίνει με την οικονομική κρίση, ψάχνουμε την καταγωγή μας, την ιστορία μας, να βρούμε από πού ξεκινήσαμε και τι έφταιξε που φτάσαμε εδώ. Η παράσταση ήταν σαν ένα ταξίδι στον εθνικό μας εαυτό».