ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η σκοτεινή πλευρά της πόλης και η ερημιά των ανθρώπων

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ

Στον ίσκιο των σκοτωμένων κοριτσιών

εκδ. Ψυχογιός

Διαβάζοντας τον τίτλο στο μυθιστόρημα του Κυριάκου Μαργαρίτη δεν μου ήρθε παραδόξως στον νου ο Μαρσέλ Προυστ και τα ανθισμένα κορίτσια του, όπως κανείς θα περίμενε. Αλλά επειδή ακριβώς κάτω δεξιά είχα διαβάσει το «crime», που το κατέτασσε στην αστυνομική λογοτεχνία, θυμήθηκα έναν ανάλογο τίτλο-παστίς σε γαλλικό αστυνομικό μυθιστόρημα αυτή τη φορά: «Στον ίσκιο των νεαρών κλαμένων μπάτσων» (A l’ombre des jeunes flics en pleurs), της γνωστής στη Γαλλία και ατυχήσασας στην Ελλάδα συνεργατικής αστυνομικής σειράς «Το Χταπόδι». Ωραία σύμπτωση και καμία σχέση μεταξύ των δύο. Μόνο κοινό ο Προυστ στον τίτλο και μόνο. Καθώς στην περίπτωση του Μαργαρίτη η πλοκή δεν στηρίζεται στον «Χαμένο χρόνο» αλλά στην παπαδιαμαντική «Φόνισσα» που καρυδοπνίγει κορίτσια και επανεμφανίζεται αιφνιδίως στη ζοφερή Αθήνα της κρίσης.

Το μυθιστόρημα αρχίζει με μια υποβλητική σκηνή παρενδυσίας. Ενας νεαρός άντρας μεταμφιέζεται σε γριά και ετοιμάζεται για τρίτη φορά μέσα σε τρεις μήνες να εκτελέσει την αποστολή του, η οποία είναι, όπως διαπιστώνουμε πολύ γρήγορα, φονική με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο: πνίγει κορίτσια αδιακρίτως ηλικίας βάζοντας το γαντοφορεμένο χέρι του μέσα στον λαιμό τους. Την υπόθεση έχει αναλάβει από τους πρώτους δύο φόνους μια ζόρικη αστυνόμος που πίνει μισοκρυφά-μισοφανερά μετά το διαζύγιό της και αλλάζει βίαιους κατά προτίμηση εραστές σαν τα πουκάμισα. Στον τρίτο φόνο, η δημοσιότητα λόγω της μητέρας του κοριτσιού, που είναι παρουσιάστρια στην τηλεόραση, επιταχύνει τις εξελίξεις. Η αστυνόμος αντιλαμβάνεται ότι το έγκλημα ουδεμία σχέση έχει με το «Ψυχώ» στο οποίο αναφέρεται σύσσωμος ο Τύπος και απευθύνεται σε έναν πανεπιστημιακό, του οποίου η διατριβή πραγματευόταν τη σχέση του Παπαδιαμάντη με τον Ντοστογιέφσκι. Η λογοτεχνία στην υπηρεσία του Κακού αλλά και της καταπολέμησής του.

Ο Μαργαρίτης αποδίδει με πειστικότητα τη σκοτεινιά της πόλης, περισσότερο όμως την ερημιά των ανθρώπων, τη μοναξιά και τον φόβο τους για τον άλλον, για το πλησίασμα, την επαφή. Η φιλολογική συζήτηση αρθρώνεται με την υπόθεση και χρωματίζει παράδοξα το σασπένς -ειδικά για όσους γνωρίζουν τα έργα- χωρίς να βαραίνει το κείμενο. Ο πρωταγωνιστής, που ψήλωσε ο νους του κι αποφάσισε να καθοδηγήσει τους ανθρώπους της εποχής του χύνοντας αθώο αίμα είναι αρκούντως πειστικός στην παράνοιά του, η οποία συνοδεύεται αυτονόητα από τη δεξιοσύνη του στον λόγο και στο στήσιμο γεγονότων. Υποφωτισμένος και μαζί υπερφωτισμένος μέχρι την τελική αποκάλυψή του, ο ρόλος του είναι ωστόσο από ένα σημείο και μετά αναμενόμενος: σίγουρα τον συγγραφέα δεν τον αφορά τόσο πολύ η αγωνία καθαυτήν, αλλιώς θα δυσκόλευε περισσότερο τη διαδρομή του αναγνώστη προς την αναγνώριση του δολοφόνου.

Εχει λοιπόν κανείς μια αίσθηση ότι ο Μαργαρίτης χειρίζεται το αίνιγμα στο πλαίσιο μιας βαθύτερης ψυχολογικής και κοινωνιολογικής ανάλυσης, παρά το αντιμετωπίζει ως μυστήριο καθαυτό. Διαλέγει να δείχνει προς μία κατεύθυνση την ώρα που κινείται προς μία άλλη. Εν προκειμένω, εστιάζει στον φόνο, ενώ τον αφορά ο θάνατος ως προκείμενη της ύπαρξης, το ανθρώπινο πρόσωπο στη σχέση του με τη θνητότητα, η απώλεια και η απελπισία, η συνείδηση της συλλογικότητας στην Ιστορία και η προσωπική βίωση των περιπετειών της, όπως αποτυπώνονται στον λόγο, στη λέξη που στηρίζει εξίσου τη λογική και την παρανοϊκή υπέρβασή της. Υπό την έννοια αυτή, ο χρόνος του Προυστ δικαιώνει τον τίτλο, δίνοντας μια άλλη διάσταση, η οποία περιλαμβάνει την πιο αποτρόπαιη βία ως εμμενή συνθήκη της ανθρωπινότητας.