ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οταν η ζωή των εφήβων είναι αλλού

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑΣ

Ζωή σαν ασανσέρ

εκδ. Πατάκη

Στο τρίτο αυτό βιβλίο μιας -άτυπης- τριλογίας για εφήβους ο Μανδηλαράς οδηγεί σε ανάλαφρο απόγειο την αρχική του σύλληψη. Εξιστορεί εφηβικές περιπέτειες -ερωτικές, φιλικές, οικογενειακές- με φόντο μιαν Αθήνα που, από τον Δεκέμβριο του 2008 μέχρι τους Αγανακτισμένους του 2011, ζει τη δική της μεγάλη περιπέτεια κοινωνικών αναταραχών. Αλλά ενώ στο πρώτο βιβλίο («Κάπου ν’ ανήκεις») οι νεαροί πρωταγωνιστές αναπτύσσουν δράση, ταυτόχρονα, στην καθαρή μυθοπλασία και στην ιστορική πραγματικότητα, με τραγική μάλιστα έκβαση, οι δυο κόσμοι αλληλο-απομακρύνονται βαθμιαία στα δύο επόμενα. Στο «Υαινες» η πρωταγωνίστρια κλείνεται σταδιακά σε έναν δικό της κόσμο για να αποχωρήσει, εντέλει, από τη χώρα. Στο υπό συζήτηση «Ζωή σαν ασανσέρ» η ιστορική πραγματικότητα στερεοποιείται -μάλλον αβασάνιστα- ως αυτονόητο, εξημερωμένο σκηνικό. Οι έφηβοι ήρωες βρίσκονται «αλλού», πράγμα που δικαιούνται – με το παραπάνω.

Ως προς το «αβασάνιστα», μια γεύση παίρνουμε από την περιγραφή του πατέρα της ηρωίδας: «Ο μπαμπάς μου… Ο Ερρίκος… Τρομερή μορφή. Φέτος κλείνει τα πενήντα, αλλά μυαλό δεν έχει βάλει.. ..πρωτοπόρος χάκερ με υποκλοπές δεδομένων και παρεμβολές σε δίκτυα πολύ μεγάλων εταιρειών, τραπεζών και κρατικών φορέων ανά τον κόσμο.. ..Ενα χρόνο πριν, μέσα στην παραζάλη της οικονομικής κρίσης, του Μνημονίου, των διαδηλώσεων και της γενικότερης μιζέριας, του ήρθε η επιφοίτηση «Απαλλοτρίωση – αυτή είναι η λέξη-κλειδί στις μέρες μας, κοριτσάρες μου»… Κι έτσι αποφάσισε να βγει από το virtual κόσμο του και να βουτήξει στα δύσκολα. Οπου απαλλοτρίωση σημαίνει γι’ αυτόν… να μπαίνει σε βίλες, μεζονέτες και κάθε είδους πλουσιόσπιτο και να αδειάζει την γκαρνταρόμπα, τα ντουλάπια, τα συρτάρια και τα ψυγεία από το περιεχόμενό τους… Και τα μετρητά, βέβαια. Μετά… «εκποιούσε» τα λάφυρα… Ενας σύγχρονος Ρομπέν των Δασών, δηλαδή.»

Απέναντι, τώρα, στον θετικό (!) ήρωα στήνεται ο αρνητικός, ο πατέρας του αγοριού: «Εχουμε γεμιστά. Κάθομαι στο τραπέζι, τον περιμένω να κάνει τον σταυρό του κι αμέσως μετά να μου ρίξει το μπινελίκι γιατί εγώ δεν κάνω και τι εξυπνάδες είναι αυτές και ποιος νομίζω ότι είμαι και πώς σκατά έγινα έτσι. Ωραία ξεκινάμε… Τρώω βαριεστημένα για να τον κουρδίσω και παίρνω και τη φέτα με το λαδωμένο από τα γεμιστά πιρούνι για να τον αποτελειώσω. Δεν τσιμπάει όμως. Κάτι βλέπει στην τηλεόραση. Να κοιτάξω τι γίνεται, μου λέει μπουκωμένος. Μες στο στόμα του βλέπω κομμάτια ντομάτας και ρύζι. Μου ‘ρχεται να ξεράσω. Τι σιχαμένος!» Εύπορος, μορφωμένος «Ρομπέν» ο ένας, ρεμάλι, άνεργος, άξεστος ο άλλος: το μπρα-ντε-φερ που παίζεται στο βάθος υποσκάπτει την αξιοπιστία του με την απροβλημάτιστη ευκολία και τα σκληρά ταξικά χαρακτηριστικά του.

Ανίκητος έρωτας

Την πλοκή, πάντως, την κινεί ο ανίκητος έρωτας, σκηνοθετημένος με λιτότητα και ακρίβεια, και με υπόκρουση την αυτοκαταστροφική, όσο και θελκτική, Amy Winehouse. Γιατί αν οι «απαλλοτριώσεις», οι Αγανακτισμένοι και το Μνημόνιο είναι απλώς και μόνον ντεκόρ, η Winehouse είναι «η» ιστορική πραγματικότητα: ως πρότυπο της μικρής ηρωίδας, αρχικά, με τη συναυλία της στην Αθήνα και τη ματαίωσή της, που ματαιώνει και τη συνάντηση των ερωτευμένων, κατόπιν· με τον θάνατό της, τέλος, (επήλθε πράγματι στις 23 Ιουλίου 2011), που ενώνει «τελειωτικά» το νεαρό ζευγάρι.

Το ανάλαφρο στοιχείο στη διαχείριση των εφηβικών συναισθημάτων, που δεν φορτίζονται με υπέρμετρα βάρη, καθώς και η γρηγοράδα της αφήγησης και της εναλλαγής των δυο φωνών, αγοριού-κοριτσιού, κάνουν το βιβλίο δροσερό. Οι έφηβοι, χαριτωμένοι κι ανέμελοι, προσηλώνονται στα αισθήματά τους και στο γεμάτο υποσχέσεις ταξίδι της ζωής που τους περιμένει. Ερωτευμένοι με τον έρωτα, σερφάρουν ασυγκράτητοι στο πηχτό σκοτεινό κύμα, που ξεκινά από τη Winehouse και το «Back to Black» για να συμπεριλάβει τον -καταπιεστικό με τον τρόπο του- πατέρα/Ρομπέν (κρύβεται διαφεύγοντας τη σύλληψη) και το ασφυκτικό διαμέρισμα των μικροαστών που μυρίζει κρεμμύδι και φτηνές κολώνιες. Κι ενώ η κρίση μαίνεται γύρω της, η μικρή Χριστίνα-κόρη του «Ρομπέν» σκέφτεται: «Λεφτά έχουμε, χρόνο έχουμε, μαθήματα δεν έχουμε – από αύριο ζήτω η κοπάνα!».