ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αποφεύγοντας τραγικά ερωτήματα

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Οιδίπους Τύραννος

σκηνοθ: Τσέζαρις Γκραουζίνις, θέατρο: Επιδαύρου

Τελείως κενή η ορχήστρα της Επιδαύρου. Η χαρά των αρχαιολόγων, αφού δεν μπήκε ούτε καρφί στο χώμα. Ετσι όπως άρχισε η παράσταση του Γκραουζίνις, έτσι και τέλειωσε. Δίχως ν’ αφήσει διόλου ίχνη, πέρα ίσως από τη λιτή, αληθινή και για τούτο τραγική ερμηνεία του Αιμίλιου Χειλάκη στον ομώνυμο ρόλο. Ηταν άλλωστε και ο μόνος ρόλος που ερμηνεύτηκε. Τους υπόλοιπους (με κάποια ίσως προσπάθεια – παρέκκλιση του Χρήστου Σαπουτζή στον Κρέοντα), απλώς τους υπαινίχθηκαν οι ηθοποιοί.

Εναρξη: Πολύ πίσω από τα υπολείμματα της αρχαίας σκηνής βλέπουμε να πλησιάζουν έντεκα ταλαιπωρημένοι αλλά νέοι και δραστήριοι άνδρες κουβαλώντας συνοδεία τυμπάνου κάτι σαν πορτόφυλλα, κάτι σαν χαλί και διάφορα άλλα, φαινομενικά ετερόκλητα αντικείμενα. Σαν χαμένοι κοιτάζουν γύρω τους το θέατρο, καλούν τους θεούς που δεν αποκρίνονται. Υστερα κάποιος απ’ αυτούς γίνεται Οιδίποδας και οι υπόλοιποι μοιράζονται, σαν κάτι που το συνηθίζουν, τους άλλους ρόλους. Φανταστείτε, πολύ πιο συνοπτικά, πιο αυτονόητα αλλά και χωρίς εξηγήσεις, το θέατρο εν θεάτρω των μαστόρων στο «Ονειρο» του Σαίξπηρ.

Απ’ ό,τι ακολουθεί διαπιστώνουμε πως πρόθεση της σκηνοθεσίας είναι κι εδώ το «παιχνίδι», μια λίγο γκέο-βαγγέο άποψη στα χορικά και στα (φάλτσα, άτεχνα, ασυντόνιστα) εμβόλιμα τραγουδάκια (Δημήτρης Θεοχάρης), μια κοροϊδευτική ματιά (ειδικά εκ μέρους του τυφλού μάντη Τειρεσία) στη σύμπτωση, στην ανάγκη, στα δόκανα που στήνουν οι θεοί για τα πόδια ή τις μοίρες των ανθρώπων; Πόδια τρυπημένα με τσιγκέλια ή μοίρες προγραμμένες με γέλια; Δεν κατόρθωσα να καταλάβω παρά τις φιλότιμες προσπάθειές μου.

Το συμπέρασμά μου απ’ ό,τι ακολούθησε, είναι πως ο αναμφισβήτητα ταλαντούχος σκηνοθέτης θέλησε εντέχνως να πλαγιοκοπήσει την τραγωδία των τραγωδιών και να αποφύγει όλα τα θεμελιώδη, Σοφόκλεια ερωτήματα που αυτή θέτει σε κάθε επίπεδο. Πώς πιο ευφυώς αποφεύγει ένας σκηνοθέτης την ιδεολογική απάντηση του τι θέλει να πει τελικά ο ποιητής προς την αθηναϊκή Δημοκρατία; Πώς παρακάμπτει καλύτερα το αδυσώπητο ερώτημα της έννοιας του χρόνου που ο Οιδίπους δεν απάντησε τελικά στη Σφίγγα, παρόλο που αυτή γκρεμίστηκε από τα τείχη της Θήβας; Πώς δεν ανακατεύεται διόλου στις συνεχείς μεταλλαγές της κάθε καλής πρόθεσης στο αντίστροφό της; Πώς, δήθεν ως άποψη, αφήνει δίχως στήριξη τον δυνατό λόγο της μετάφρασης του Βολανάκη στην… «εις τουναντίον των πραττομένων μεταβολήν», που παρατηρούμε σε όλα τα δραματικά πρόσωπα; Πώς αποδρά ένας σκηνοθέτης πιο εύκολα από το πελώριο κεφάλαιο της μεταμόρφωσης και του ήθους των προσώπων, όταν μάλιστα παίζονται αποκλειστικά από άνδρες;

Μα παρουσιάζοντας τους ήρωες -άνδρες και γυναίκες- δήθεν ως ιδέες και όχι ως δρώσες διάνοιες συγκεκριμένου φύλου. Ετσι, έχουμε έναν χαρισματικό, δεκτικό κι ευφυέστατο ηθοποιό σαν τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη να παίζει μια Ιοκάστη με μούσι δίχως ίχνος σπουδής πάνω στη φύση του ρόλου της. Η διαφοροποίησή του σε Τειρεσία και μετά σε θεράποντα είχε να κάνει σχεδόν μόνο με το αν καθόταν σε αναπηρικό καρότσι, άρρωστο θρόνο, σκαμνάκι του μπαρ ή ήταν όρθιος, αν φορούσε το υπέροχο, τεράστιο φόρεμα της βασίλισσας (Κέννυ Μακ Λέλλαν) με τους ενδυματολογικούς και κινησιολογικούς συμβολισμούς, πάντως όχι με τη παραμικρή έστω νύξη υποκριτικής αλλαγής, πόσω μάλλον μεταμόρφωσης.

Ολες αυτές οι παρακάμψεις άφησαν, θαρρείς, χώρο μόνο για τον Οιδίποδα. Αναδύθηκε δυνατός, αληθινός, οργισμένος, αποφασισμένος ηγέτης, υβριστής και υπερήφανος αγνοών, συντετριμμένος γνωρίζων και τέλος βλέπων αόμματος. Ο Χειλάκης έπαιξε με τη φωνή, το σώμα, τα μέλη, τις πτώσεις και την όρθια στάση. Δεν ήταν λίγες οι στιγμές που νόμιζα πως έβλεπα δύο έργα. Ενα μονοπρόσωπο κι ένα με άλλους δέκα, που ανοιγόκλειναν πορτόφυλλα, έσερναν αναπηρικές καρέκλες, άπλωναν τάπητες, προκαλούσαν ταραχές επί τάπητος, έντυναν κι έγδυναν την Ιοκάστη, έπαιζαν τύμπανα, διεκπεραίωναν κείμενο αλλά δεν υποκρίνονταν ρόλους.

Τον Οιδίποδα Τύραννο τον ακούσαμε ευτυχώς από την καλή εκφορά της αξεπέραστης μετάφρασης του Βολανάκη εκ μέρους του θιάσου. Ικανού σίγουρα για πολύ πιο απαιτητικές κι ευθύβολες προσεγγίσεις τραγικών έργων, που μας αφορούν απελπιστικά.