ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα νέα Μέσα κυριαρχούν, η ουσία όμως είναι ίδια

Ο 38χρονος Τομ Ράχμαν ονειρευόταν από μικρός να γίνει συγγραφέας. Κάπου στα μισά του δρόμου έγινε δημοσιογράφος. Αλλά το αρχικό του όνειρο δεν το λησμόνησε. Αφού έκανε μεταπτυχιακά στη δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, στη Νέα Υόρκη, εργάστηκε πρώτα στο Associated Press, με αποστολές στην Ινδία και τη Σρι Λάνκα, εν συνεχεία στη Ρώμη και αργότερα στην Ιαπωνία, τη Νότιο Κορέα, την Τουρκία και την Αίγυπτο. Λονδρέζος που μεγάλωσε στο Βανκούβερ, σήμερα ζει στη γενέθλια πόλη, ενταγμένος στο προσωπικό της International Herald Τribune.

Μονάχα που δεν ξέχασε το μεγάλο όνειρο της λογοτεχνίας και από το 2010 είναι επισήμως ο συγγραφέας του μυθιστορήματος «The Imperfectionists», το οποίο μόλις πρόσφατα κυκλοφόρησε και στα ελληνικά ως «Τίτλοι τέλους», από τον Κέδρο. Οι «Τίτλοι τέλους», ένα πολυφωνικό, σύγχρονο μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στα γραφεία μιας αγγλόφωνης εφημερίδας στη Ρώμη, σε μια εποχή που η έντυπη δημοσιογραφία βιώνει τη δική της κρίση ταυτότητας και ύπαρξης, σημείωσε επιτυχία ανέλπιστη για πρώτο βιβλίο. Εντοπίσαμε τηλεφωνικά τον Τομ Ράχμαν στο Λονδίνο και όπως μας είπε, δεν το περίμενε.

«Το όνειρό μου ήταν να γράψω ένα μυθιστόρημα και αυτό μου αρκούσε. Φυσικά ήλπιζα ότι θα άρεσε, αλλά δεν πήγαινα παραπέρα. Εννοείται ότι είμαι πολύ χαρούμενος για την εξέλιξη και έως το τέλος της χρονιάς θα έχω μάλλον τελειώσει το δεύτερο βιβλίο μου».

Η συζήτηση περιστρέφεται πολύ γρήγορα στη διπλή του ιδιότητα, του δημοσιογράφου και συγγραφέα, σε μια εποχή κατά την οποία τόσο ο Τύπος όσο και το βιβλίο μοιάζουν να απειλούνται. «Η λογοτεχνία ήρθε πρώτη στη ζωή μου», λέει απ’ το τηλέφωνο «Αλλά αισθανόμουν πολύ νέος και άπειρος για να γράψω, δεν είχα ζήσει τίποτα όταν έβγαινα απ’ το Κολούμπια σε ηλικία είκοσι δύο ετών. Αποφάσισα, λοιπόν, πρώτα να δουλέψω, να αποκτήσω εμπειρίες, να ζήσω. Φυσικά, ήδη έγραφα. Κυρίως διηγήματα. Αλλά για να εκδώσω βιβλίο και δη μυθιστόρημα, θεώρησα ότι έπρεπε πρώτα να δοκιμαστώ στην ίδια τη ζωή.

Η δημοσιογραφία έγινε το μέσο γι’ αυτό τον σκοπό. Μπήκα στην παραγωγή, ζορίστηκα, πιέστηκα, ταξίδεψα πολύ, γνώρισα κόσμο, είδα πράγματα. Στο μεταξύ, η δημοσιογραφία έχει κάτι εθιστικό. Οπότε, το διασκέδαζα μερικές φορές, κάποιες άλλες όμως μου έλειπε η λογοτεχνία. Οταν έγινα τριάντα, σκέφτηκα ότι είχε έρθει η στιγμή να διαλέξω.

Ή θα έμενα δημοσιογράφος ή θα ασχολιόμουν με τη λογοτεχνία. Αφησα τη δημοσιογραφία για ένα διάστημα και κάθισα να γράψω το βιβλίο. Μου πήρε τρία χρόνια συνολικά».

Οι ήρωες του Ράχμαν είναι δημοσιογράφοι ή επαγγελματίες που εργάζονται στον χώρο του Τύπου, σε μια εποχή παρακμής. Οι προσωπικές τους κρίσεις συμβαδίζουν με τις σεισμικές δονήσεις μέσα στο επάγγελμά τους. «Είχα από πριν στο μυαλό μου αυτούς τους χαρακτήρες, ήθελα όμως να τους εντάξω σε ένα ενιαίο σκηνικό. Σκέφτηκα ότι ο χώρος της εφημερίδας ήταν ιδανικός. Αφενός τον γνωρίζω πολύ καλά και αφετέρου το ότι οι εφημερίδες περνούν κρίση καθιστούσε όλο αυτό ιδιαίτερα συναρπαστικό».

Ο Ράχμαν μιλάει με αγάπη για τους συγγραφείς που τον επηρέασαν, τον Γκρέιαμ Γκριν, τον Ιβλιν Γουό, τον Οργουελ, τον Χέμινγουεϊ. Και κάνει μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση: «Τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα επικρατούσε μια διαφορετική θεώρηση γύρω από το γράψιμο γενικά. Τότε, ονειρευόσουν να γίνεις συγγραφέας, να γράψεις και να ζήσεις από αυτό, ανεξάρτητα από το αν θα ήσουν δημοσιογράφος ή μυθιστοριογράφος.

Ο διαχωρισμός της γραφής

Τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής ξεκίνησαν ουσιαστικά στις ΗΠΑ αμέσως μετά τον πόλεμο και τότε άρχισε σιγά σιγά να γίνεται ο διαχωρισμός της σπουδής της δημιουργικής γραφής από τη μία και της δημοσιογραφίας από την άλλη, κάτι που δεν υπήρχε πριν από τον πόλεμο, ειδικά για εκείνη την προπολεμική γενιά που έγραψε μυθιστορήματα, διηγήματα, ρεπορτάζ, άρθρα, συνεντεύξεις, δοκίμια και όλα ήταν μέρος αυτής της συναρπαστικής δουλειάς της γραφής. Σκέφτομαι, λοιπόν, μόλις ολοκληρώσω και το δεύτερο μυθιστόρημά μου, για έναν ολόκληρο χρόνο, να επιστρέψω αποκλειστικά στη δημοσιογραφία, να ταξιδέψω και να φορτώσω μπαταρίες με αυτόν τον τρόπο. Βέβαια, δεν εννοώ να ξαναγυρίσω στην ημερήσια παραγωγή της εφημερίδας, αλλά να κάνω ανταποκρίσεις, να δουλέψω free-lance, κυρίως για περιοδικά».

Τον ρωτώ αν ποτέ τον απασχόλησε η λεγόμενη Νέα Δημοσιογραφία, που προσπάθησε να ενσωματώσει το ρεπορτάζ με τη λογοτεχνική γραφή. Στο τραπέζι πέφτουν βαριά ονόματα του είδους: Τρούμαν Καπότε, Τζόαν Ντίντιον, Τζάνετ Μάλκολμ.

«Οχι, δεν με απασχόλησε ιδιαίτερα, διότι ναι μεν ήταν τόσο σημαντική σχολή και εποχή, αλλά πραγματικά δεν πιστεύω ότι υπάρχει σήμερα και αν υπάρχει έχει απορροφηθεί τελείως από τη δημοσιογραφία. Ακόμα και συγγραφείς που θαυμάζω όπως η Ντίντιον ή η Μάλκολμ, είναι δημοσιογραφία υψηλού επιπέδου και ειδικά αυτές οι δύο κυρίες έχουν ένα εντελώς δικό τους, προσωπικό ύφος αλλά απλώς στην ουσία αυτό που κάνουν είναι πολύ καλή δημοσιογραφία». Ο Τομ Ράχμαν συμφωνεί ότι η παρακμή στην έντυπη δημοσιογραφία είναι ριζική. «Ξέρετε, ένας από τους λόγους που με τράβηξαν για να γράψω τους «Τίτλους τέλους» ήταν ότι ξεκίνησα να εργάζομαι ως δημοσιογράφος μέσα στη δεκαετία του ’90 και έβλεπα μπροστά μου το τοπίο να μεταμορφώνεται μέρα με τη μέρα. Θυμάμαι βετεράνους δημοσιογράφους που ξεκίνησαν να δουλεύουν το 1950 και το 1960 να βρίσκονται αντιμέτωποι με μια εντελώς νέα, διαφορετική κατάσταση. Γι’ αυτούς ήταν αποκαρδιωτικό ίσως, για μένα όμως ήταν συναρπαστικό. Οφείλω να ομολογήσω πως ήμουν στο Κολούμπια όταν εισήχθη για πρώτη φορά ένα μάθημα πάνω στα «νέα μέσα» και τις νέες τεχνολογίες. Δεν το επέλεξα. Επέλεξα την παραδοσιακή, έντυπη δημοσιογραφία. Ελεγα, τι νόημα έχει; Φυσικά, ήμουν εξωφρενικά εκτός τόπου και χρόνου. Από την άλλη όμως, δεν είχα εντελώς άδικο – με ποια έννοια: ναι, τα νέα μέσα φαίνεται να κυριαρχούν τελικά, όμως το περιεχόμενο, η ουσία αυτής της δουλειάς παραμένει η ίδια. Εάν είσαι καλός στο περιεχόμενο, τότε, με λίγη καλή προσαρμογή, θα γίνεις καλός και στις νέες τεχνολογίες».

Και ο κίνδυνος να χαθεί όχι τόσο το τυπωμένο βιβλίο όσο η συγκεντρωμένη ανάγνωση;

«Πράγματι, το Ιντερνετ με τα άπειρα λινκ, τα μέιλ, τα chat rooms, τα κινητά τηλέφωνα με τα γραπτά μηνύματα και τη σύνδεση με το Διαδίκτυο, όλα σε αποσυντονίζουν, όσο συναρπαστικά κι αν είναι. Η σοβαρή ανάγνωση απαιτεί μόνωση, χρόνο, ησυχία και αυτοσυγκέντρωση. Οι νέες τεχνολογίες σε οδηγούν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ολα οδηγούν στην αποσπασματικότητα και την απόσπαση της προσοχής. Μέρος της απώλειας συγκέντρωσης οφείλεται στο ότι η τεχνολογία μάς απασχολεί πολύ στην καθημερινότητά μας. Η τεχνολογία έχει πλέον μεταλλάξει όχι τόσο τη φύση της γραφής όσο τη φύση της ανάγνωσης. Ελπίζω, πάντως, ότι κάποιος κόσμος θα συνεχίσει να στρέφεται στα βιβλία διότι θεωρώ πως θα χαθεί ένας υπερπολύτιμος πολιτισμικός θησαυρός. Κάτι τέτοιο θα ήταν απλώς τρομερό. Από την άλλη, να σας πω κάτι; Μέσα σε αυτήν την κατάσταση, έγραψα ένα βιβλίο το οποίο αγοράστηκε, διαβάστηκε και άρεσε. Αυτό σου δίνει ελπίδα απλούστατα επειδή είναι ό,τι ακριβώς συνέβαινε και παλαιότερα, πολύ πριν κυριαρχήσει ο κυβερνοχώρος».

Ποιος είναι

Ο Τομ Ράχμαν γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1974 και μεγάλωσε στο Βανκούβερ. Σπούδασε κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο και έκανε μεταπτυχιακά στη δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, στη Νέα Υόρκη. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και ανταποκριτής σε πολλές χώρες, κυρίως μέσω του Associated Press. Οι «Τίτλοι τέλους», το πρώτο του μυθιστόρημα, έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες, αποσπώντας επαινετικές κριτικές. Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος, σε μετάφραση της Εριφύλης Μαρωνίτη.