ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Ορνιθες», στο φινάλε της Επιδαύρου, με γενναιότητα και αγάπη

Την περασμένη Παρασκευή το βράδυ, γύρω στις 8.30 μ.μ., η υπεύθυνη του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου, Βαρβάρα Λαζαρίδου, έπρεπε να πάρει μια κρίσιμη απόφαση. Να δώσει εντολή ν’ ανοίξουν οι πύλες, ή η βροχή, που ήδη είχε επισκεφτεί την περιοχή, θα τα ακύρωνε όλα; Οι περίπου 4.000 θεατές ανηφόρισαν αποφασιστικά προς το κοίλον του αρχαίου θεάτρου, έχοντας τις ομπρέλες πρόχειρες. Αλλά τελικά δεν χρειάστηκε να τις ανοίξουν. Είδαν απερίσπαστοι την κωμωδία «Ορνιθες» του Αριστοφάνη, έτσι όπως την «διάβασε» ο σκηνοθέτης Γιάννης Κακλέας, που υπέγραφε και την απόδοση του έργου, σε παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης. Ηταν η μία και μοναδική παράσταση των «Ορνίθων» στην Επίδαυρο, αφού την επόμενη μέρα, το Σάββατο, η δυνατή βροχή είχε πλημμυρίσει την ορχήστρα, και η παράσταση ματαιώθηκε. Τα Επιδαύρια τελείωσαν φέτος μία μέρα νωρίτερα, κάτι που είχε να συμβεί από το 2002, όταν ματαιώθηκε, πάλι λόγω βροχής, η παράσταση «Οιδίπους επί Κολωνώ» του Θεάτρου Τέχνης.

Ο Γιάννης Κακλέας είχε να παλέψει όχι μόνο με τον Αριστοφάνη, αλλά και με μια μυθική παράσταση των «Ορνίθων», εκείνη του Κάρολου Κουν και του Θεάτρου Τέχνης, από την οποία κράτησε μόνο κάποια εμβληματικά μουσικά μοτίβα της μουσικής που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις. Και έβαλε σ’ αυτή την παράσταση τις σύγχρονες αγωνίες του για την ελαφρότητα και την ποταπότητα της κοινωνίας και παραλλήλως τις ακριβές του μνήμες, τα σημεία αναφοράς του, όσους και όσα τον τροφοδοτούν και τον εμπνέουν. Στίχους του Κώστα Καρυωτάκη -«Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα, σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο…»- με το άκουσμα των οποίων ξεκίνησαν την αναζήτηση ενός νέου κόσμου ο Πεισθαίτερος (Βασίλης Χαραλαμπόπουλος) και ο φίλος του Ευελπίδης (Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος), αλλά και της Κατερίνας Γώγου -«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος/ Θα την αλλάξουμε τη ζωή!..»-, που έκλεισαν με αισιόδοξη νότα το όνειρο για έναν άλλο κόσμο, για «μια πόλη μαλακή σαν πάπλωμα». Και φυσικά τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Ο Γιάννης Κακλέας επέλεξε να στήσει όλη την παράσταση σαν μια διαρκή αντίστιξη, του υπαρκτού που πυορροεί και του ιδεατού που ονειρευόμαστε. Η σκληρότητα και η τρυφερότητα εναλλάσσονταν στην παράσταση (σκληρό το σκηνικό του Μανώλη Παντελιδάκη και μάλλον υπερβολικό – ένας τεράστιος μισογκρεμισμένος τοίχος, μια υπόμνηση ανοικοδόμησης και γκρεμίσματος). Και «κάλεσε» για βοηθό το παραμύθι, τον μύθο, αφού «μύθος είναι μια αλήθεια που ξεχάστηκε», επιδιώκοντας ένα και μόνο: «ωραία να ‘ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούν». Ο Πεισθαίτερος αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει πολλούς «εχθρούς» του πραγματικού κόσμου για να στήσει τον νέο, τον δικό του, τον διαφορετικό. Και έχοντας την επίγνωση ότι «αν είσαι μυαλωμένος κι απ’ τους εχθρούς μαθαίνεις» τους μεταχειρίστηκε με ευφυΐα, με αποφασιστικότητα και με συνέπεια στο όραμά του και όσους προσπάθησαν να το υπονομεύσουν.

Οι θεατές της Παρασκευής χειροκροτούσαν αμέσως μετά από κάθε μουσικό κομμάτι του Μάνου Χατζιδάκι, δηλώνοντας μ’ αυτό τον τρόπο ότι αυτή η παράσταση, μέσω της μουσικής της κυρίως, έχει περάσει στη μνήμη πολλών γενιών θεατών. Και αρκετοί από αυτούς σιγομουρμούριζαν τα λόγια του «Ω καλή μου ξανθιά», όπως την ερμήνευσε ο Σταύρος Σιόλας. Εξίσου θερμά χειροκρότησαν στο τέλος τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο αλλά και τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, στον οποίο ο Γιάννης Κακλέας έδωσε μεγαλύτερο ρόλο και χώρο στην παράσταση.

Οι «Ορνιθες» του 2012 ήταν ασφαλώς πολύ διαφορετικοί από τους «Ορνιθες» του 1959. Και ορθώς, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Ο Γιάννης Κακλέας καταπιάστηκε με γενναιότητα και αγάπη με ένα δύσκολο εγχείρημα. Κι ας μην του βγήκαν όλες οι ιδέες. Κι εκείνος -όπως κι ο Νίκος Μαστοράκης στις «Νεφέλες»- επιχείρησε να μεταφέρει τα ερεθίσματα της γενιάς του σε μια προσπάθεια νέας ανάγνωσης των κωμωδιών του Αριστοφάνη. Είναι ένα νέο σκαλοπάτι, που ίσως έχει πολύ δρόμο ακόμα…