ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μία ημέρα από τη ζωή του άγριου Καμιάγκα

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΣΟΡΟΚΙΝ

Πίσω από το μεγάλο τείχος

μετ.: Σταυρούλα Αργυροπούλου

εκδ. Μεταίχμιο

Ανήκει στη γενιά των νέων Ρώσων συγγραφέων που αναδείχθηκαν μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, μεταμοντέρνων και underground, και μάλιστα στους πιο αγαπημένους της Δύσης – μαζί με τον Βίκτορ Πελέβιν και τον Βίκτορ Γεροφέγεφ μεταξύ άλλων, που επίσης έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά (εκδ. Αγρα, Καστανιώτης, Ωκεανίδα ο πρώτος, και Ποταμός ο δεύτερος). Οταν εκδόθηκε το βιβλίο του «Γαλάζιο λίπος», μελλοντολογικό όπως και το «Πίσω από το μεγάλο τείχος», οι σεξουαλικές σκηνές μεταξύ του Στάλιν, του Χρουστσόφ και του Χίτλερ τον οδήγησαν στο εδώλιο με την κατηγορία της πορνογραφίας, ενώ η νεολαία του προέδρου Πούτιν, οι Συνοδοιπόροι, έκαιγαν τα βιβλία του στο κέντρο της Μόσχας.

Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο αυτό, που στο εξωτερικό έγινε δεκτό με ενθουσιασμό: στη Γαλλία γράφτηκε λόγου χάρη ότι σηματοδοτεί το ξύπνημα της ρωσικής φαντασίας έπειτα από πενήντα χρόνια σταλινισμού. Δεν έχω άποψη επομένως, όχι για την ακτιβιστική του διάσταση -το μόνο βέβαιο είναι ότι αυτή καθιέρωσε τον Σορόκιν εκτός της χώρας του- αλλά για τη λογοτεχνική του αξία. Διάβασα όμως προσεκτικά το μεταγενέστερο αυτό μυθιστόρημά του, προφανώς κεντρισμένη και από την περιπέτεια του συγγραφέα, που διώκεται ποικιλοτρόπως στη χώρα του, αλλά επιμένει, διότι πιστεύει, όπως λέει, στο γέλιο ως ύστατο μέσο αντίστασης.

Το έργο εκτυλίσσεται το 2027 και η Ρωσία έχει χωριστεί από την εκφυλισμένη Δύση, διοικείται απολυταρχικά από τον τσάρο και πάλι, ο οποίος στηρίζεται, όπως στην εποχή του Ιβάν του Τρομερού, στην τρομοκρατία και επομένως σε μια ορκισμένη και άγρια ομάδα πραιτωριανών με ιδιαίτερα προνόμια, την Οπρίτσνινα. Είναι αυτοί που τιμωρούν τους κάθε λογής «εχθρούς του λαού» στο όνομα της αγνότητας και της πίστης στον Θεό και στον τσάρο, απολαμβάνοντας για την αποτελεσματικότητα και τη βαναυσότητά τους εξαιρετικά προνόμια: λεφτά, δύναμη, ναρκωτικά, όργια.

Τεχνολογία και σκοταδισμός

Ο Σορόκιν αφηγείται μία ημέρα του υψηλόβαθμου οπρίτσνικου Καμιάγκα σε έναν μελλοντικό κόσμο όπου η υψηλή τεχνολογία συναιρείται με τον σκοταδισμό. Τηλεοράσεις-φυσαλίδες και προηγμένα μόμπιλα, που χτυπούν σε ήχους κνούτου-βογκητού, και άλλα φουτουριστικά εργαλεία και μέσα υποστηρίζουν μια έντονη φονική και σαδομαζοχιστική δραστηριότητα, που τελεί υπό την αιγίδα της Εκκλησίας και επιτελείται με απόλυτη συνείδηση και έλλειψη κάθε τύψης. Σκοτώνει έναν προδότη και την οικογένειά του αφού βιάσει τη γυναίκα του, καίει το βιος του, πηγαίνει στη Σιβηρία σε μια μάγισσα να «δέσει» με μάγια -για άλλη μία φορά- έναν φρουρό της τσαρίνας με την κυρά του που τον ποθεί, μια μάγισσα που καίει τους Ρώσους κλασικούς.

Λαμβάνει ως ανταμοιβή την πρόσκληση να φάει με τη μισοεβραία αυτή τσαρίνα με τα λευκά μεγάλα στήθη που τον κάνουν να παραμιλά. Ενδιαμέσως κάνει κάνα δυο βρομοδουλειές με λαθραία και ρουσφέτια. Τέλος, τρώει με τους συναδέλφους του και, ύστερα από μια προαναγγελθείσα δολοφονία, συνευρίσκονται σεξουαλικά όλοι μαζί προκειμένου να συσφίξουν τις σχέσεις τους, τρυπάνε τα πόδια τους μέχρι το κόκαλο ως ένδειξη γενναιότητας και πίστης, και μεθυσμένοι και εξαντλημένοι πηγαίνουν όλοι για ύπνο.

Η εικόνα είναι εφιαλτική όσο και γκροτέσκα και η προθετικότητά της μάλλον προφανής: καταγγέλλει τον νέο ολοκληρωτισμό, εθνικιστικό, θρησκόληπτο, μισαλλόδοξο, άξεστο, αιμοχαρή και διεφθαρμένο, που τείνει και πάλι να εγκαθιδρυθεί στη Ρωσία. Η αλόγιστη βία και ο τρόμος κυριαρχούν σε έναν κόσμο όπου μόνο η Δύση έχει υποβαθμιστεί.

Εξίσου προφανής είναι και η συγγραφική προθετικότητα του Σορόκιν και μάλλον όχι μόνο με το παρόν, πολιτικό -όπως ο ίδιος το ονόμασε- έργο: να συνδεθεί με τη μείζονα παράδοση της ρωσικής σάτιρας, με τον Γκόγκολ και τον Μπουλγκάκοφ για παράδειγμα, και/ή με τη μεγάλη παράδοση της ρωσικής επιστημονικής φαντασίας και δη της πολιτικής δυστοπίας, με τον Ζαμιάτιν ή τον Πλατόνοφ μεταξύ άλλων.

Απλώς βαρετό

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μετασοβιετική πραγματικότητα είναι από γκροτέσκα ώς τρομερή και αδιανόητη – όσο και πολύπλοκη και δυσερμήνευτη, ειδικά για τους εκτός Ρωσίας.

Το στοίχημα όμως εν προκειμένω είναι αισθητικό: η κατά Σορόκιν απόδοση της ρωσικής αυτής πραγματικότητας στηρίζεται σε ένα υπερβολικό και φτηνό γκαγκ, σε εύκολες αναφορές και ανούσιες προκλήσεις. Το μυθιστόρημά του είναι απλώς βαρετό, ούτε συγκλονιστικό ούτε προκλητικό ούτε τίποτα άλλο, και αυτό δεν έχει να κάνει με το θέμα, αλλά με την πραγμάτευση.

Να το διαβάσει λοιπόν κανείς ή να μην το διαβάσει; Να το διαβάσει. Για να έχει μια -μερική και εστιασμένη βεβαίως- εικόνα της προβαλλόμενης ως underground σύγχρονης ρωσικής λογοτεχνίας, των διακυβευμάτων και της εμβέλειάς της. Για να βεβαιωθεί για άλλη μία φορά ότι η πρόκληση καθεαυτήν δεν αποτελεί εχέγγυο αισθητικής αξίας – παρά και πέρα από την πολύ καλή δουλειά της μεταφράστριας στην προκειμένη περίπτωση.

Και έπειτα να καταφύγει στους κλασικούς αλλά και σε σημαντικούς σύγχρονους Ρώσους συγγραφείς που αποδίδουν την πολυπλοκότητα των πραγμάτων, όπως μεταξύ άλλων ο Βλαντιμίρ Μακάνιν, ο Αντρέι Κουρκόφ και ο πιο προικισμένος, όπως φαίνεται, της underground γενιάς, Βίκτορ Πελέβιν.