ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Κάραγιαν στο μικροσκόπιο

Α. Μπελεζίνης
Ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν μέσα από τους δίσκους του
Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 2010, σελίδες 152

Ο τίτλος του βιβλίου είναι λίγο παραπλανητικός, καθώς παραπέμπει σε εγχειρίδιο ή σε κάποιο συστηματικό, πιθανώς σχολαστικό ανάγνωσμα περιγραφής, ανάλυσης και αποτίμησης της κολοσσιαίας δισκογραφικής κληρονομιάς του Χέρμπερτ φον Κάραγιαν. Οσοι γνωρίζουν τον Ακη Μπελεζίνη από τα προηγούμενα βιβλία του -«Το χέρι του Ιωάννη» (1996) και «Λάμψεις από το Αβατο» (2003)- δεν εκπλήσσονται που δεν είναι έτσι. Ούτε ξαφνιάζονται από το γεγονός ότι ο συγγραφέας δεν εξετάζει το αντικείμενό του ως απομονωμένο φαινόμενο, αλλά επιχειρεί να το εντάξει σε ευρύτερο πλαίσιο σκέψης και αισθητικής.

Δεν είναι υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν διαμόρφωσε συνειδήσεις. Η απόλυτη εξουσία την οποία διέθετε επί σχεδόν τριάντα χρόνια ως επί κεφαλής κορυφαίων μουσικών θεσμών όπως η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου και το Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ ενώ, ταυτόχρονα, διατηρούσε στενότατη σχέση προς δισκογραφικές εταιρείες όπως η ΕΜΙ, η Ντόιτσε Γκράμοφον και αργότερα η Σόνυ, επέτρεψαν τη διάχυση της προσωπικής του άποψης για τα μουσικά πράγματα ως κυρίαρχης σε ολόκληρο τον κόσμο. Σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου κατά τα μεταπολεμικά χρόνια η συναυλιακή ζωή υπήρξε πολύ περιορισμένη, οι δίσκοι υπήρξαν καθοριστικοί όχι μόνον για την καλλιέργεια των φιλόμουσων, αλλά ακόμα και μόνον για την ενημέρωσή τους. Χάρη στη δισκογραφική υπερπαραγωγή, μέχρι σήμερα, στο μυαλό πολλών η κλασική μουσική ταυτίζεται αυτόματα με το όνομα του Κάραγιαν.

Στην κεντρική ενότητα του βιβλίου, ανατέμνοντας τις ηχογραφήσεις του Αυστριακού αρχιμουσικού, ο Μπελεζίνης επιχειρεί να προσδιορίσει τα στοιχεία της τέχνης του. Μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα μιλά για έναν ήχο υπέρ το δέον ωραίο και ομοιογενή, για την προτίμηση σε ταχύτητες σταθερές αντί ευέλικτες και διαρκώς αναπροσαρμοζόμενες, για περιορισμένη αξιολόγηση των παύσεων. Είναι ορισμένα από τα πιο προφανή χαρακτηριστικά των ερμηνειών του Κάραγιαν, αλλά και εκείνα για τα οποία έχει κατ’ εξοχήν επικριθεί. Ο Μπελεζίνης δεν αρκείται στην παρατήρηση, αλλά αναζητά ερμηνεία. Αναγνωρίζει στις αναγνώσεις του Κάραγιαν αρχές συγγενικές προς τις φιλοσοφικές απόψεις του Οσβαλντ Σπένγκλερ, όπως περιγράφονται στην πραγματεία του «Η παρακμή της Δύσης». Η διεισδυτική ματιά του αναδεικνύει τους συσχετισμούς.

Στην τρίτη ενότητα ο Μπελεζίνης βάζει στον διάλογο και τη ζωγραφική: Εστιάζει στο έργο του Γάλλου Ζωγράφου Πολ Σεζάν, το οποίο κατά την άποψή του προβάλλει μία κοσμοεικόνα εκ διαμέτρου αντίθετη προς αυτήν, την οποία ο Μπελεζίνης αναγνωρίζει στον Κάραγιαν.

Προφανώς, κίνητρο για τη συγγραφή του βιβλίου είναι η μεγάλη αγάπη του Μπελεζίνη για το έργο του Κάραγιαν και η εξοικείωση με τις ηχογραφήσεις του. Προσπερνώντας τον κίνδυνο της αγιογραφίας και την παγίδα του άκριτου θαυμασμού, ο συγγραφέας αναζητά απαντήσεις και προτείνει αναγνώσεις προφανέστατα προσωπικές, οι οποίες όμως εμπλουτίζουν την αντίληψη για το έργο ενός από τους σημαντικότερους αρχιμουσικούς του 20ού αιώνα.