ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μ. Καμπαγέ, άδοξη εμφάνιση

ΣΥΝΑΥΛΙΑ. «Δεν περίμενα τόσο μεγάλη απογοήτευση». Στη φράση αυτή, την οποία κυρία, που κατέβαινε τα σκαλάκια του Ηρωδείου μετά τη συναυλία της Μονσεράτ Καμπαγέ, απηύθυνε στην πολυπληθή παρέα της, η οποία συγκατένευσε, συμπυκνούται η εντύπωση που πολλοί αποκομίσαμε από αυτήν. Δεν είμαι ειδικός. Δεν είμαι καν γνώστης. Είμαι ένας άνθρωπος, που από τα προεφηβικά του χρόνια αγάπησε την όπερα και την λεγόμενη κλασική μουσική και που θέλησε ν’ ακούσει «ζωντανά» έναν θρύλο του λυρικού θεάτρου. Εκανα, όμως, ένα λάθος. Δεν συνυπολόγισα ότι η διάσημη Ισπανίδα τραγουδίστρια είναι 79 ετών και είναι και υψίφωνος. Με ό, τι τούτο συνεπάγεται για τη φωνή της…

Το, κατά διαστήματα, θερμό (ειδικά στο οριστικό τέλος της συναυλίας) χειροκρότημα των θεατών απευθυνόταν πολύ περισσότερο στην Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ και στον μαέστρο, τον Ισπανό Χοσέ Κογιάδο. Κάποια, ελάχιστα, «μπράβο» που ακούστηκαν για την Καμπαγέ, μάλλον από συνήθεια τα εξεφώνησαν. Εκτός κι αν, με το «μπράβο» που φώναξαν 4-5 φορές μεμονωμένοι φιλόμουσοι, αναγνώριζαν πως, για τα 79 της χρόνια, η φωνή της Καμπαγέ σχετικά «κρατιέται». Το πρόγραμμα ήταν πολύ μικρό. Καθαρά, είναι αμφίβολο αν διήρκεσε μία ώρα. Από την έναρξή του έως το τέλος πέρασαν περίπου 75 λεπτά.

Βάλτε το διάλειμμα και υπολογίστε. Ευτυχώς, που μετά, το «γέμισαν» μ’ ένα «μπις» της «Ταράντουλα», του τελευταίου -και πολύ ευχάριστου- τραγουδιού που ερμήνευσε η Καμπαγέ και με δύο επαναλήψεις ορχηστρικών θεμάτων, τα οποία «ανέβασαν» το κοινό.

Επιπλέον, ελάχιστα δημοφιλή κομμάτια περιελάμβανε το πρόγραμμα. Ηταν φανερό ότι η κάποτε σπουδαία σοπράνο απέφυγε να τραγουδήσει αυτά που την έκαναν διάσημη και την καθιέρωσαν ως «ιέρεια του μπελ κάντο». Προφανώς, διότι είναι δύσκολα. Προτίμησε, λοιπόν, κάποια σχετικά ευκολότερα.

Δεν «έκλαψα» τα 40 ευρώ (τόσο ήταν το φθηνότερο εισιτήριο, τα υπόλοιπα κόστιζαν 65, 85, 105 και 135) που έδωσα, διότι «τίποτα δεν πάει χαμένο». Ηταν μια εμπειρία. Μου έδειξε ότι όσο επιθυμητό κι αν είναι το χειροκρότημα, όσο κι αν δεν μπορεί κάποιος να ζήσει χωρίς τη δόξα (ίσως και το χρήμα), πιο σημαντικό είναι να έχει το «γνώθι σ’ αυτόν» και να ξέρει πότε πρέπει ν’ αποχωρήσει.