ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Σαν ηρωίδα του Τένεσι Ουίλιαμς

Τραγούδησε τον παράνομο έρωτα, τη φτώχεια, τα χρέη της ζωής -που πλήρωνε από μικρή όπως έλεγε- και καλύτερα απ’ όλες τις ομότεχνές της, την αμαρτία. Η Ρίτα Σακελλαρίου, μια από τις γνήσιες λαϊκές φωνές που ανακάλυψε ο Στέλιος Χρυσίνης στο Πέραμα δίνοντάς της τα πρώτα της τραγούδια, πριν πάρει προαγωγή για τις Τζιτζιφιές κάνοντας σεγκόντο οκτώ ολόκληρα χρόνια στον Τσιτσάνη και τον Παπαϊωάννου, με ένα τέτοιο τραγούδι έστρεψε τους προβολείς επάνω της. «Είναι γλυκό το πιοτό της αμαρτίας/ ποιος είναι αυτός που δε λαχτάρησε να πιει/ αυτή τη γλύκα της κλεμμένης ευτυχίας/ λίγο πολύ όλοι την έχουμε γευτεί», έγραψαν ο Γιώργος Μανισαλής και ο Κώστας Ψυχογιός. Κι εκείνη τραγουδώντας το, έγινε το πρώτο όνομα στην «Τριάνα» του Χειλά.

Σκληρή ζωή

Μια γυναίκα που πήρε τη ζωή στα χέρια της νωρίς όταν έζησε τη δολοφονία του πατέρα της στη Σητεία. Γλίτωσε από τους Γερμανούς, τον έκαψαν ζωντανό οι Χίτες, αλλά δεν ήταν τα μόνα της τραύματα. Ακολούθησε η Αθήνα, ο γάμος της στα 14, γιατί η οικογένεια χρειαζόταν έναν προστάτη, δύο παιδιά όσο ακόμη ήταν η ίδια παιδί, ο χωρισμός, η σκληρή δουλειά στα Λιπάσματα, στου Παπαστράτου, στον δρόμο πουλώντας κουλούρια, ακόμη και στη χωματερή.

Δεύτερος γάμος, επιτυχία στο κέντρο της οικογένειας στην Εθνική Οδό απ’ όπου παρέλασαν -είχε να το λέει- ο Ωνάσης, ο Αντονι Κουίν, ο τότε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Σπύρος Αγκνιου, χωρίς να χάνει ποτέ τον ρόλο της μάνας. Γέννησε τρία ακόμη παιδιά, ενώ στα χρόνια που ακολούθησαν άρχισε να εναλλάσσει τα κέντρα της παραλιακής και της Συγγρού, να παλεύει για το πρώτο όνομα. Δεκαετία του ’80 πια, το ΠΑΣΟΚ ξεφαντώνει στα πόδια της με τον Ανδρέα Παπανδρέου και τα πρωτοπαλίκαρα του κόμματος να λιώνουν για τα αυστηρά ζεϊμπέκικα της Ρίτας, ενώ εκείνη «νέρωνε» τη λαϊκή καταγωγή με τη «Γάτα» και τις «Σαραντάρες» του Νίκου Καρβέλα.

Αυτή τη γυναίκα ή μάλλον τα αισθήματά της όπως τα αποκαλύπτει ο Γιώργος Χρονάς στο έργο του «Με το μικρό όνομα, Ρίτα» που ανεβαίνει στο Θέατρο Ακάδημος σε σκηνοθεσία Νίκου Σούλη, καλείται να ερμηνεύσει η ηθοποιός Ειρήνη Βελιμαχίτη. Υποδύεται τη γυναίκα – σύμβολο του λαϊκού τραγουδιού, την αξέχαστη Ρίτα Σακελλαρίου όπως φωτίζει στις διηγήσεις του ο βοηθός της Λάκης Κορρές. Ενα φτωχό κορίτσι που πάλεψε να γίνει λαϊκή ντίβα, ανεξάρτητη, δουλευταρού, μητέρα, σύζυγος και ερωμένη αλλά πάνω απ’ όλα αρχηγός του εαυτού της. Ολη της η ζωή ξετυλίγεται στο ίδιο δωμάτιο μέσα σε μία ημέρα. Για τους θεατές σε μια ώρα και 15 λεπτά.

Η Ρίτα και ο Λάκης. Η τραγουδίστρια και ο αφοσιωμένος μπάτλερ. Ειρήνη Βελιμαχίτη – Βασίλης Λέμπερος οι πρωταγωνιστές της ιστορίας. «Ηταν το στήριγμά της για 15 χρόνια. Δεν έκανε τίποτα χωρίς τον Λάκη», λέει στην «Κ» η πρωταγωνίστρια που δεν έχει καμία σχέση με τον κόσμο του λαϊκού τραγουδιού, πολύ περισσότερο της Σακελλαρίου. Η μόνη ίσως γνωριμία ήταν ότι τη λάτρευε η μητέρα της. «Είχα τα ακούσματα στο σπίτι αν και τα δικά μου ήταν διαφορετικά. Από τη μια «Αν κάνω άτακτη ζωή» και το «Ηλιοβασίλεμα» και από την άλλη οι δικές μου αναφορές που ήταν Φαραντούρη και Θεοδωράκης».

Στον κόσμο της Ρίτας

Ομως πώς μπορεί μια ηθοποιός που δεν πάτησε το πόδι της στα μπουζούκια ή στα παρακμιακά μαγαζιά της Αχαρνών και Εθνικής Οδού, να αποτυπώσει αληθινά τον κόσμο της Ρίτας Σακελλαρίου; Από τον σύζυγό της, άνθρωπο της δισκογραφίας, τον Θανάση Παπαδά είχε ακούσει πολλές ιστορίες. «Αρχισα να διαβάζω συνεντεύξεις της, όμως την αληθινή Ρίτα την ανακάλυψα από τον άνθρωπο που ζει με την ανάμνησή της και συγκλονίζεται ακόμη και τώρα όταν μιλάει γι’ αυτήν».

Ο,τι και να λένε, όσα κι αν καταμαρτυρούν για τις επιλογές της Σακελλαρίου «σκέψου την πορεία της», λένε όσοι τη γνώρισαν. «Ενα κορίτσι που δεν κατάφερε να καλλιεργηθεί, εργαζόταν σκληρά, ασχολήθηκε τελικά με το τραγούδι κάτι για το οποίο την κάκισε η μητέρα της, και τραβούσε πάντα μπροστά. Εκανε την επανάστασή της, για χρόνια την αντιμετώπιζαν σαν γνήσια ρεμπέτισσα, αλλά δυστυχώς δεν έφυγε από τη ζωή με αυτό τον τίτλο». Πολλά συνετέλεσαν σ’ αυτό, λέει η Ειρήνη Βελιμαχίτη. «Την οδηγούσε πάντα το ένστικτο. Μόνο που καμιά φορά προδίδει». Ηταν η εποχή των λάθος επιλογών στη δισκογραφία αλλά και της παραμόρφωσης. «Είχε παχύνει -μην ξεχνάτε ότι γέννησε πέντε παιδιά- αλλά οι καιροί δεν επέτρεπαν παραπανίσια κιλά και οι άνθρωποι της δισκογραφίας ήθελαν κάτι παραπάνω από την περιουσία της φωνής. Της έλεγαν ότι δεν μπορεί να προχωρήσει έτσι, η νύχτα θέλει κι άλλα. Μπήκε στο άρμα της μεταμόρφωσης, των πλαστικών, γιατί τρόμαξε. Ηταν περισσότερο αγωνίστρια της ζωής παρά φιλάρεσκη, μια γυναίκα που πάλευε».

Ετσι κατάλαβε και η ίδια πολλά για την ηρωίδα που παίζει. «Μαθαίνοντας όλες αυτές τις λεπτομέρειες, μου δόθηκε η εξήγηση στην παρεξήγηση. Κατάλαβα ότι ήταν γνήσια λαϊκή και η ζωή της μια ανατροπή. Μια γυναίκα από την απόλυτη φτώχεια, στον απόλυτο πλούτο έχει μέσα της και τη σκληράδα και το συναίσθημα. Ηθελε να φτάσει κάπου. Δεν περίμενε βοήθεια από κανέναν».

«Κι είχα τόσα να κάνω!»

Σαν να ήταν μια ηρωίδα του Τένεσι Ουίλιαμς την αντιμετώπισε ο Γ. Χρονάς. «Με το όνομα Ρίτα που περιείχε όλα αυτά που γράφω. Αδιάφορη, βιαστική, με βλέμμα που καίει πίνοντας ποτά, ακαθορίστου χρώματος, σε κέντρα με ψηλά σκαμπό. Κοιτώντας τον κόσμο που φεύγει. Οπως έφυγε 62 χρονών κι η ίδια χτυπημένη από τον καρκίνο. Η τελευταία της φράση -στον μπάτλερ της ήταν- αχ Λάκη, κι είχα τόσα ακόμη να κάνω!».