ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

H απελπισία της προδοσίας

Ζει μόνιμα στη Ραφήνα τα τελευταία 20 χρόνια η συγγραφέας Νίκη Αναστασέα. Στην Αθήνα κατεβαίνει αραιά και πού – το τελευταίο εξάμηνο περισσότερο συχνά, για να δει τον εγγονό της. Εκεί στη Ραφήνα η Νίκη Αναστασέα, όταν δεν γράφει τα βιβλία της, περπατάει πολύ και διαβάζει πολύ. Για την ακρίβεια διαβάζει, ξανά και ξανά, παλιά, κλασικά και αγαπημένα της βιβλία, με πλέον πολυδιαβασμένο τους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέφσκι -έχει ξεπεράσει τις δέκα αναγνώσεις. «Παρ’ ότι τα νιώθω δικά μου, σαν να ξαναβλέπω το δωμάτιό μου, κάθε φορά με συγκλονίζουν, κάθε φορά μου δείχνουν την αισθητική και μου προσφέρουν περισσότερη απόλαυση, κάθε φορά μου μαθαίνουν καινούργια πράγματα σε επίπεδο σκέψης».

Αλλά για έναν άνθρωπο που έχει περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του δουλεύοντας ως βιβλιοπώλης, όπως η Νίκη Αναστασέα, αυτό δεν είναι παράξενο. Το 1998 στις προθήκες των βιβλιοπωλείων μπήκε κι ένα δικό της βιβλίο. «Αυτή η αργή μέρα προχωρούσε» ο τίτλος του και είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Πόλις». Επειτα από ακόμα δύο βιβλία και ένα λοξοδρόμισμα σε άλλη εκδοτική στέγη, η Νίκη Αναστασέα επέστρεψε στις εκδόσεις «Πόλις» με το νέο της βιβλίο, «Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι». Ενα βιβλίο με ήρωες ανθρώπους διπλανούς, γήινους, μπερδεμένους, απελπισμένους, θαρραλέους.

«Σ’ αυτό το βιβλίο ήθελα να γράψω για την προδοσία. Σ’ όλα τα προηγούμενα ήμουν σταθερή σε κάτι, σε μια ιδέα, σε μια αγάπη. Σκέφτηκα να δω και την άλλη πλευρά του νομίσματος. Υπάρχει κι αυτή γύρω μας, είναι κι αυτό ανθρώπινο συναίσθημα. Και τι τον κάνουμε τον προδότη; Τον πυροβολούμε; Αυτό είναι το ένα που με απασχολούσε σ’ αυτό το βιβλίο. Το δεύτερο είναι η αναζήτηση της απάντησης στο ερώτημα «για κάτι που αγαπάς σκοτώνεις ή σκοτώνεσαι»; Νομίζω ότι είναι ένα ερώτημα που παραμένει επίκαιρο».

Στο «Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι» παρακολουθούμε τη δύσκολη φάση στην οποία βρίσκεται μία μικροαστική σημερινή οικογένεια, όταν η νεαρή κόρη βρίσκεται προφυλακισμένη γιατί αρνείται να καταθέσει κατά του φίλου της, ο οποίος κατηγορείται ότι πυροβόλησε αστυνομικό. Οι γονείς, έπειτα από 35 χρόνια κοινής ζωής, χάνουν τις σταθερές τους. Προσπαθούν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες, να κατανοήσουν, να βοηθήσουν το παιδί τους, να ξαναδούν τη δική τους διαδρομή, τα δικά τους λάθη, ενδεχομένως. Και παρότι είναι ένα βιβλίο που καταπιάνεται με σκληρές αλήθειες, είναι πολύ τρυφερό. Την ρωτάω τι πιστεύει ότι περισσεύει κυρίως γύρω μας, αγάπη ή προδοσία.

«Ελπίζω να υπερισχύει η αγάπη. Γιατί προδοσία υπάρχει πολλή». Κι αυτό μου λέει ότι το εισπράττει περισσότερο τα τελευταία χρόνια. «Νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια έχουμε αλλάξει σαν άνθρωποι, σαν λαός. Και μαζί μας άλλαξε και η πόλη. Δεν είναι η Αθήνα που ξέραμε, παρότι υπάρχουν ακόμη οι αγαπημένες γωνιές της. Αλλά κάποτε η Αθήνα ήταν αγαπησιάρικη πόλη, ένιωθες τον κόσμο δίπλα σου. Υπήρχε το «εμείς». Σήμερα δεν το αισθάνεσαι αυτό».

Δένεται με τους χώρους η Νίκη Αναστασέα, όπως δένεται με τα αγαπημένα της βιβλία; «Μ’ αρέσει όταν φτιάχνω μια ιστορία να υπάρχει ένας χώρος. Κι αυτός ο χώρος να είναι δεμένος με το παρελθόν και με το παρόν. Να μην είναι άνθρωποι που θα μπορούσαν να βρίσκονται κι εδώ και παραπέρα. Θέλω να είναι εδώ και να είναι παιδιά αυτής της αισθητικής κι αυτής της ιστορίας. Νομίζω ότι έχει σημασία. Ισως να φανεί παλιοκαιρίσιο ότι μιλάμε ακόμη για τον Εμφύλιο ή για την Καισαριανή, αλλά αυτή είναι η γενιά μου. Οι πατεράδες μας ήταν στον Εμφύλιο».

Οι ήρωες της Νίκης Αναστασέα στο νέο της βιβλίο ζουν κυρίως μέσα στο σπίτι τους (στην προκειμένη περίπτωση και στο επισκεπτήριο της φυλακής), αλλά στη διάρκεια των διαλόγων τους περνούν μέρη της πόλης, δρόμοι, σημεία, συμπεριφορές, συνήθειες.

Οι οποίες έρχονται από παλιά και αφορούν τον ψυχισμό όλων των ανθρώπων, όλων των γενιών. Εχουν να πουν κάτι σε όλους. Υποστηρίζοντας μ’ αυτό τον τρόπο εκείνη τη φράση του βιβλίου της που λέει «ήταν μιας άλλης εποχής ακόμη και όταν ήταν νέος. Συμβαίνει αυτό με κάποιους, κοιτάνε πιο πολύ προς τα πίσω, κάτι τους γυαλίζει και καρφώνονται εκεί».

Καινούργια γραφή

Μου ομολογεί ότι η γραφή αυτού του βιβλίου ήταν κάτι καινούργιο και για την ίδια. «Ηθελα το βιβλίο να είναι άμεσο, σβέλτο, αλλά να μη βλέπει τα πράγματα ψυχρά. Κι αυτό ήταν δύσκολο. Είχα αγωνία μεγάλη. Και διαρκώς αναρωτιόμουν, τώρα ίπταται ή πατάει κάπου;» Και δεν κρύβει ότι της αρέσουν οι τίτλοι του βιβλίου που επαναλαμβάνονται και σαν σήμα κατατεθέν για κάθε ήρωα: «Η γυναίκα που περίμενε», «Το κορίτσι που είχε έναν άσο», «Ο άντρας που μιλούσε για τον Νότο», «Το αγόρι που αγαπούσε ένα κορίτσι»… Της λέω ότι η πιο σκληρή, η πιο άκαμπτη ηρωίδα είναι η μάνα της οικογένειας, η Πέρσα. «Δεν ξέρω ποιο γυναικείο πρότυπο έχω στο μυαλό μου. Η μητέρα μου ήταν ένα κομμάτι μάλαμα. Ισως αυτή η εικόνα να έρχεται από τη Μάνη, από τον τόπο καταγωγής μου», λέει. Λίγο πριν αποχαιρετιστούμε, τη ρωτάω τι ελπίζει για τους νέους. «Πιστεύεω ότι θα βρουν τον δρόμο τους. Εμείς πρέπει να παραμερίσουμε σιγά σιγά. Δίκος τους είναι ο τόπος».