ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο ακούραστος Μάνος Χαριτάτος

Η πρώτη ιδέα για την πραγματοποίησή του προέκυψε σχεδόν πενήντα χρόνια πριν, τον Αύγουστο του 1964. Δύο εικοσάχρονοι, άνθρωποι, ο Μάνος Χαριτάτος και ο Δημήτρης Πόρτολος, φίλοι από τα μαθητικά τους χρόνια, αποφάσισαν ν’ αρχίσουν να συγκεντρώνουν αρχεία, παλιά έντυπα, επιστολές, κάρτες. Εκείνο το βράδυ αυτή η πρωτοβουλία απέκτησε και όνομα: Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, το ΕΛΙΑ όπως συνηθίσαμε να το λέμε όλοι από τότε.

Την προηγούμενη εβδομάδα, στις 28 Δεκεμβρίου, ο ένας από τους δύο ανθρώπους που κατάφεραν να συγκεντρώσουν και να αναδείξουν σημαντικά κομμάτια της κοινωνικής, βιομηχανικής, αστικής και λογοτεχνικής ιστορίας αυτού του τόπου, ο Μάνος Χαριτάτος, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 68 ετών. Μόλις μία μέρα πριν φύγει το 2012, υπήρξε μια διαφορετική συνάντηση στο γραφείο του Μάνου Χαριτάτου, στην οδό Αγίου Ανδρέου 5, σ’ αυτό το γραφείο που ξεχειλίζει από φακέλους και αντικείμενα. Ηταν μια συνάντηση συγκινητική και ζεστή, με τον Δημήτρη Πόρτολο, τον συνιδρυτή του ΕΛΙΑ, τον συνοδοιπόρο και φίλο του Μάνου Χαριτάτου επί 60 χρόνια, και με τα δύο παιδιά του, την Αλεξάνδρα, και τον μικρότερο Δημήτρη. Το θέμα ήταν ένα: η διαδρομή και οι περιπέτειες αυτής της γοητευτικής αποκοτιάς που ξεκίνησαν δύο νέοι το 1964, οι άγνωστες πλευρές του Μάνου Χαριτάτου, η «κληρονομιά» που άφησε στα παιδιά του και σε όλους εμάς.

«Η ίδρυση του ΕΛΙΑ ήταν σαν μία φυσική πράξη δύο ανθρώπων τους οποίους ήδη συνέδεε μια πολύ καλή φιλία. Επειδή και οι δύο αγαπούσαμε το αντικείμενο, δηλαδή τα βιβλία και τα χαρτιά, αντί να μαζεύει και να ασχολείται ο καθένας μόνος του, θεωρήσαμε και πιστέψαμε ότι μπορούσαμε να το κάνουμε μαζί. Κι από εκείνη τη στιγμή ξεκινήσαμε χωρίς μεγαλεπήβολους στόχους και σχέδια για τι μπορούσε να γίνει. Θέλαμε απλώς να γίνεται μια δουλειά στην οποία θα μπορούσες να μοιράζεσαι την προσπάθεια, την ευχαρίστηση και τελικώς το αποτέλεσμα. (σ.σ. Ο Μάνος Χαριτάτος είχε κολλήσει το «μικρόβιο» του συλλέκτη από τον πατέρα του, ο οποίος είχε ήδη συγκεντρώσει καβαφικό και άλλο υλικό από την Αίγυπτο. Το βράδυ του Αυγούστου του 1964, εκτός από το όνομα, το ΕΛΙΑ απέκτησε και το λογότυπό του.) Επειδή μας άρεσαν τα αρχαία αγγεία, ο Μάνος ζωγράφισε έναν κάνθαρο, ο οποίος και σήμερα ακόμη, έστω και ανεπισήμως, είναι το σημάδι του ΕΛΙΑ. Από τότε λοιπόν άρχισε μια δουλειά που κυρίως ήταν ένα πάθος, αλλά καλώς εννοούμενο πάθος, επιμονή και έντονη αγάπη. Ο Μάνος είχε μια ερωτική σχέση με το χαρτί, και το έντυπο και το χειρόγραφο. Το ΕΛΙΑ έχει μια μυρωδιά κι αυτή η μυρωδιά είναι ζωογόνος. Κι έτσι όπως σκεφτόμουν αυτές τις μέρες τι συντηρούσε αυτή τη σχέση, πέραν του ότι ο ένας αγαπούσε τον άλλον σαν άνθρωπο, πιστεύω ότι το ΕΛΙΑ ήταν σημαντικό στο να συντηρεί και να τροφοδοτεί συνέχεια τη φιλία μας. Μέχρι προχθές…», λέει ο Δημήτρης Πόρτολος και κάνει προσπάθεια για να κρύψει τη συγκίνησή του.

– Υπήρχαν διαφωνίες ποτέ για αποφάσεις που αφορούσαν το ΕΛΙΑ;

Δ. Π.: Το θέμα δεν είναι αν είχαμε διαφωνήσει. Το θέμα είναι πώς δύο διαφορετικοί άνθρωποι καταφέραμε να συμβαδίσουμε και να ομονοήσουμε με σχετικές διαφωνίες, διότι από την αρχή ο ένας αποδέχθηκε και παραδέχθηκε τον άλλον, σαν δύο διαφορετικές οντότητες, που είχαν έναν κοινό δρόμο και στόχο. Ετσι και μπορέσαμε να κρατήσουμε κάτι που ήταν σημαντικό και πολύτιμο και για τους δύο, και ταυτοχρόνως αυτό μπόρεσε να μας κρατήσει να πάμε κάπου…

Η Αλεξάνδρα Χαριτάτου μεγάλωσε μέσα στα αρχεία. «Είχα για γραφείο το γραφείο του Ψυχάρη, γιατί μέχρι να αποκτήσει στέγη το ΕΛΙΑ τα υπάρχοντά του υπήρχαν μέσα στα σπίτια μας. Συνυπήρχαμε με τα αρχεία. Το ΕΛΙΑ συστήθηκε ως σωματείο το 1980. Αρχισε να λειτουργεί κανονικά πια στην οδό Ελλανίκου στο Παγκράτι, κι εγώ άρχισα να δουλεύω εκεί το 1988, βγάζοντας φωτοτυπίες στην αρχή. Μετά έφυγε ένα κορίτσι στο λογιστήριο και πήγα εκεί για να βοηθήσω». Ηδη όμως είχε αποκτηθεί το κτίριο της οδού Αγίου Ανδρέου 5, από την οικογένεια Δένδια, και μάλιστα στις 31 Δεκεμβρίου του 1986.

Δ. Π.: Το θέμα του χώρου ήταν πάντα ζωτικό, όχι μόνο για τη στέγαση των πραγμάτων. Υπήρχαν πράγματα στα σπίτια όλων, στα γραφεία όλων, κάτω από τα κρεβάτια, μέσα στις ντουλάπες… Αυτό που ήταν απαραίτητο ήταν η λειτουργία ενός ερευνητικού κέντρου που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται. Ηταν εκεί που ίσως υποσυνείδητα και ενδόμυχα να σκεφτόμασταν με τον Μάνο ότι θα κατέληγε αυτή η προσπάθεια. Μετά το δικό μας ξεκίνημα, στην πορεία, προστέθηκαν αξιόλογοι άνθρωποι που μπορούσαν να προσφέρουν στη σύσταση αυτού του πράγματος: ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ο Μέμος Τσελίκας, ο Οδυσσέας Δημητρακόπουλος, ο Κυριάκος Ντελόπουλος, η Τατιάνα και ο Ροζέ Μιλλιέξ… Χρωστάμε πολλά σε αυτούς τους ανθρώπους και γιατί πρόσφεραν από πλευράς γνώσεων και εμπειρίας και από πλευράς συντροφικότητας, παρότι ο δρόμος για πολλά χρόνια ήταν πολύ μοναχικός. Αυτή η πρώτη ομάδα διαδραμάτισε ρόλο, από την πλευρά του μοιράσματος της ικανοποίησης που σου έδινε τη διάθεση να συνεχίσεις.

Το πρόβλημα του χώρου δεν έχει λυθεί, παρότι το ΕΛΙΑ έχει νοικιάσει με μακροχρόνια μίσθωση και το απέναντι κτίριο, στην οδό Αγίου Ανδρέου 4.

Α. Χ.: Το ΕΛΙΑ είναι ζωντανό, συνεχίζει να εμπλουτίζεται. Ο χώρος είναι μια διαρκής αγωνία, γιατί συνεχίζουμε να διασώζουμε ό,τι μπορούμε. Είναι διαρκής η τροφοδότηση. Το ΕΛΙΑ είναι η τρίτη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη μετά την Εθνική Βιβλιοθήκη και τη Βιβλιοθήκη της Βουλής, και το αρχειακό του υλικό είναι μοναδικό. Το βασικό όμως είναι η συλλογή των εφήμερων, που ήταν μια μεγάλη λατρεία του πατέρα μου.

Δ. Π.: Ουσιαστικά τα ανέδειξε ο Μάνος αυτά. Οχι απλώς το ευρύτερο και το επίσημο ενδιαφέρον γι’ αυτά ήταν ανύπαρκτο, αλλά πιστεύω ότι, μέσω της διάσωσης από τον Μάνο, αναδείχθηκαν, κι όχι απλώς συμπλήρωσαν, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις τεκμηρίωσαν την ελληνική ιστορία.

Ο μικρότερος της παρέας, ο Δημήτρης Χαριτάτος, μεγάλωσε επίσης μέσα στα αρχεία. «Δεν γινόταν να μην εμπλακώ σε όλο αυτό, γιατί το σπίτι μας ήταν όπως είναι το ΕΛΙΑ. Βιβλία παντού, στα πατώματα, βιτρίνες για να φαίνονται οι συλλογές. Κάθε Κυριακή πήγαινα με τον πατέρα μου στο Μοναστηράκι, πρώτοι πρώτοι κιόλας, από τις 6-6.30 το πρωί!»

Δ. Π.: Αυτό ήταν ένα άλλο πράγμα στο οποίο διαφέραμε! Εγώ δεν μπορούσα να λειτουργήσω το πρωί, και ο Μάνος δεν μπορούσε να λειτουργήσει το βράδυ…

Α. Χ.: Δέκα και μισή ύπνο και από τις εξίμισι ήταν εδώ. Κάθε μέρα, Σάββατο, Κυριακή. Και η κατάθλιψή του ήταν όταν υπήρχαν αργίες, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, διακοπές…

Ηταν ανοιχτός σε κάθε μορφής κουλτούρα

– Τι κρατούν τα δύο παιδιά του Μάνου Χαριτάτου από την προσωπικότητα και τη δράση του πατέρα τους;

Α. Χ.: Ηταν ένας άνθρωπος που μπορούσε πάρα πολύ εύκολα να προσαρμοστεί, να συνομιλήσει και να συνυπάρξει με όλον τον κόσμο, και με τον υπουργό και με τον απλό άνθρωπο. Κι αυτό ήταν αυθεντικό, δεν το σκεφτόταν για να το κάνει. Γι’ αυτό ήταν τόσο αγαπητός σε τόσο κόσμο, από όλες τις ιδεολογίες. Αυτό ήταν ένα εξαιρετικό μάθημα που μου έδωσε. Είχε αυθεντικότητα, ήταν βαθιά ευγενής άνθρωπος χωρίς να είναι των τύπων, κι αυτό κέρδιζε πάντα.

Δ. Χ.: Ακριβώς αυτά θα έλεγα κι εγώ. Εβλεπε κόσμο από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και ιδεολογίες. Είχε την ικανότητα να τα διαπερνάει αυτά και να βλέπει τους ανθρώπους σ’ ένα πιο βαθύ επίπεδο. Είχε έναν τρόπο να τα κάνει όλα να φαίνονται εύκολα. Προσπαθώ να σκεφτώ από πού έβρισκε τη δύναμη και τη διάθεση να τα κάνει. Θυμάμαι επίσης ότι του άρεσε πολύ να συγκεντρώνεται και γι’ αυτό είναι πολύ εντυπωσιακό πώς μπορούσε να είναι τόσο κοινωνικός.

Α. Χ.: Επίσης ήταν ο άνθρωπος που μέσα στο ΕΛΙΑ, περιστοιχισμένος απ’ όλα αυτά τα πράγματα, δεν είχε στεγανά. Του άρεσαν τα Μίκυ μάους, τα ταξίδια, οι χαζοταινίες. Ηταν ανοιχτός σε κάθε μορφής κουλτούρα, δεν ήταν δήθεν. Θυμάμαι ότι πηγαίναμε σε δεξιώσεις και ο Μάνος, μ’ ένα χαμόγελο, κατάφερνε να πάρει μεζέ πριν ανοίξει επισήμως ο μπουφές. Είχε μια απίστευτη άνεση σε όλα. Δεν είναι τυχαίο ότι είναι ο άνθρωπος που μπήκε στον Περισσό και ψηφιοποίησε τα αρχεία του ΚΚΕ.

Δ. Π.: Εάν η Ελλάδα λειτουργούσε σαν το ΕΛΙΑ θα ήμασταν καλύτερη χώρα. Και όχι μόνο επειδή ήταν και θα είναι πάντα ανοιχτό – κι αυτό ξεκινούσε από τον πρόεδρό του. Διαμορφώθηκε εδώ ένα ανοιχτό κέντρο, που ανήκε σε όλους, έγινε για όλους, εξυπηρετούσε τους πάντες και πιστεύω πως αν έστω αυτό το μικρό παράδειγμα μπορούσε να περάσει παραπέρα, σίγουρα θα ήμασταν πιο πολιτισμένοι, πιο ενωμένοι μεταξύ μας και σαφώς πιο αποτελεσματικοί.