ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μαρασλειακά, ψηφίδες Ιστορίας

Η διαμάχη που ξέσπασε στο Μαράσλειο Διδασκαλείο τον Μάρτιο του 1925 απασχόλησε την κοινή γνώμη και τον πολιτικό κόσμο για μια κρίσιμη διετία. Η αφετηρία της αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο η Ρόζα Ιμβριώτη, νεαρή καθηγήτρια Ιστορίας, με πτυχίο από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, φερόταν να διδάσκει την Επανάσταση του 1821 και γενικά το μάθημα της Ιστορίας. Ανήσυχο πνεύμα, δεν δίδασκε με τον καθιερωμένο, εθνικά ορθό τρόπο. Κατέληξε να θέσει υπό αμφισβήτηση το συνολικό μεταρρυθμιστικό έργο που επιτελούνταν εκεί, υπό τη διεύθυνση του Αλέξανδρου Δελμούζου, ακυρώνοντας έτσι, για μία ακόμα φορά, τη μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης.

Αφήγηση δύο δρόμων

Η Μαρία Ρεπούση εντάσσει τα Μαρασλειακά σ’ ένα περιβάλλον αναθεώρησης της εθνικής ταυτότητας, πού έχει ως πυλώνες την ιστορία, την εκπαίδευση και τα φύλα και λειτουργεί απειλητικά για τα κυρίαρχα εθνικά, πολιτειακά και έμφυλα σχήματα. Η αφήγησή τους ακολουθεί δύο οδούς που συναντώνται. Αφηγείται τα καθέκαστα στο Μαράσλειο, ακολουθώντας την εσωτερική γραμμή των γεγονότων στις διαφορετικές εκδοχές τους, και τα εντάσσει στο επιστημονικό και εκπαιδευτικό τους πλαίσιο, ώστε να ιστορήσει τι τελικά συνέβη στο Μαράσλειο. Στη δεύτερη οδό, ακολουθεί τη δημόσια αναπαράσταση των Μαρασλειακών και την επιτέλεσή τους στη δημόσια σκηνή. Τα Μαρασλειακά της Ρεπούση είναι χωρισμένα σε τρία μέρη. Το πρώτο είναι αφιερωμένο στο περιβάλλον των Μαρασλειακών και επιδίωξή του είναι να συγκροτήσει το πλαίσιο της μαρασλειακής διαμάχης, να διαμορφώσει το συγκείμενό της. Τα ερμηνεύει ως μια αντιπαράθεση που αφορά κυρίως την ιστορία, την εκπαίδευση και τα φύλα. Εν ολίγοις, δίνει το ερμηνευτικό σχήμα που υιοθετεί στην ανάλυση των Μαρασλειακών. Υποστηρίζει ότι για τα τρία αυτά ζητήματα, κάθε απόπειρα αναθεώρησης προσλαμβάνεται, στο περιβάλλον της δεκαετίας του 1920, ως μια σημαίνουσα και καθοριστική για τις κοινωνικές και τις πολιτικές εξελίξεις απειλή, η οποία με τη σειρά της λειτουργεί πολλαπλώς για την έκβαση των Μαρασλειακών. Το δεύτερο μέρος, το οποίο στηρίζεται σε ανέκδοτο αρχειακό υλικό, είναι αφιερωμένο στην εξιστόρηση της μαρασλειακής διένεξης, στα όσα συνέβησαν στο Μαράσλειο, στις διαφορετικές εκδοχές των γεγονότων και στις ανακριτικές επιτροπές και εκθέσεις που ακολούθησαν. Η συγγραφέας σημειώνει ότι για την εξιστόρηση της μαρασλειακής διένεξης στον κλειστό χώρο του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, πολύτιμο της στάθηκε και το Αρχείο Γληνού, παρόλο που παρουσιάζει αρκετές ελλείψεις, όπως το πλήρες σώμα της αλληλογραφίας του με τον Δελμούζο. Στο τρίτο και τελευταίο μέρος της μελέτης της, ασχολείται με την αναπαράσταση των Μαρασλειακών στον δημόσιο χώρο και στον δημόσιο λόγο. Επιλέγεται εδώ η έννοια της αναπαράστασης, έτσι όπως γονιμοποιείται μέσω της έννοιας της επιτέλεσης, πράγμα που σημαίνει ότι κατανοείται ως μια σειρά κοινωνικών πρακτικών που εξαρτώνται πλήρως από το κοινωνικό και ιστορικό τους πλαίσιο.

Στο Παράρτημα δημοσιεύονται πρωτογενή κείμενα που δίνουν τον λόγο στους πρωταγωνιστές των Μαρασλειακών και επιτρέπουν στους αναγνώστες να δημιουργήσουν τις δικές τους διαδρομές. Πρόκειται για λόγους που αρθρώθηκαν από τους ίδιους τους δημοτικιστές, όπως ο Αλέξανδρος Δελμούζος, ο Δημήτρης Γληνό, η Ρόζα Ιμβριώτη. Λόγοι αμυντικοί και αποκλίνοντες, αντίλογοι ακόμα μιας άλλης εποχής που είχε οριστικά παρέλθει, συγκροτητικοί ωστόσο της επιτέλεσης των Μαρασλειακών.

Τα Μαρασλειακά δεν ήταν μια μάχη την οποία έδωσαν από κοινού οι προοδευτικοί διανοούμενοι της εποχής, που είχαν μέχρι τότε ομονοήσει σε πολλά ζητήματα που αφορούσαν την κοινωνία και το κράτος με κυρίαρχο το γλωσσικό. Παρά το μείζον διακύβευμα της μεταρρύθμισης της εκπαίδευσης, για το οποίο είχαν συστρατευθεί, και παρά το κύρος των προσώπων που βάλλονταν κατά τη διάρκεια των Μαρασλειακών, η προοδευτική διανόηση της δεκαετίας του 1920 δεν συντάχθηκε μαζί τους. Κράτησε τις αποστάσεις της και, με ελάχιστες εξαιρέσεις, διαχώρισε τη θέση της από τα όσα συνέβαιναν στο μαρασλειακό συγκρότημα. Φιλελεύθεροι, σοσιαλιστές και κομμουνιστές διανοούμενοι αξιοποιούν τα Μαρασλειακά για να προσδιορίσουν τις μεταξύ τους διαφορές και να διαμορφώσουν τη δική τους, διακριτή στο εξής, φυσιογνωμία, προβάλλοντας τα στοιχεία που τους διαχωρίζουν και όχι εκείνα που τους ενώνουν. Δεν ήταν καν μια μάχη την οποία έδωσαν από κοινού οι εκπρόσωποι του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, ούτε επίσης η τελευταία μάχη την οποία έδωσαν από κοινού οι πρωτεργάτες του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, ο Δελμούζος, ο Γληνός και ο Τριανταφυλλίδης.

Μεγάλη τομή

Ωστόσο, συνιστούν μια μεγάλη τομή όσον αφορά τα μεγάλα διλήμματα που κληροδότησε ο 19ος αιώνας στον 20ό. Η ειδοποιός διαφορά είναι η χρήση της Ιστορίας. Οσο κι αν η ίδια η γλωσσική διαμάχη εμπεριείχε συνδηλώσεις και νοήματα για τη χρήση της Ιστορίας στο παρόν, στα Μαρασλειακά η χρήση της Ιστορίας, συνδυασμένη ή όχι με νέες υλιστικές θεωρήσεις, καθίσταται κυρίαρχο ζήτημα, μεταβάλλοντας τις συμμαχίες και τις αντιπαλότητες.

Η Μαρία Ρεπούση αναδεικνύει τεκμηριωμένα μια σχεδόν άγνωστη σελίδα της εκπαιδευτικής ιστορίας του τόπου μας. Παραθέτει τα γεγονότα με κάθε λεπτομέρεια και αφηγηματική άνεση, επιτυγχάνοντας έτσι την αποκατάσταση των ψηφίδων του μαρασλειακού επεισοδίου.

​​Μαρία Ρεπούση, «Τα Μαρασλειακά, 1925-1927», εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 474, τιμή 22 ευρώ

* Ο κ. Διονύσης Ν. Μουσμούτης είναι διευθυντής του περιοδικού «Ιστορία».