ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Μακάβρια περιήγηση» στη Σαλονίκη

«Γεννήθηκα στη Σαλονίκη και ξέρω απ’ έξω τη διαδρομή..». ΄Η μήπως δεν είναι έτσι για τους «τόπους βίας» από τους οποίους η πόλη «βοά εκκωφαντικά» σε πεζοδρόμια, πλατείες, δρόμους και κτίρια όπου κρύβεται η μνήμη του αίματος; Τους περιηγούνται ο Πάρις Πετρίδης και ο Σάκης Σερέφας χαράζοντας τους τόπους των νεκρών πάνω στον χάρτη με τους δρόμους των ζωντανών μέσα σ ένα λεύκωμα «ΕΔΩ – Τόποι βίας στη Θεσσαλονίκη» (εκδ. Αγρα). Εναν «οδηγό βίας» στην αιματοβαμμένη Θεσσαλονίκη όπου φωτογράφος και συγγραφέας ανοίγουν παλιούς φακέλους με πολιτικά και άλλα εγκλήματα στο πυρίκαυστο κέντρο της.

«…Να, ο ιππόδρομος όπου σφαγιάστηκαν χιλιάδες Θεσσαλονικείς από τη φρουρά του αυτοκράτορα Θεοδοσίου το 390. Να, ο ναός όπου οι Τούρκοι φυλάκισαν γυναικόπαιδα και γέρους που πέθαναν από ασιτία (1821). Να, η προκυμαία όπου ξεβράστηκε ο Πολκ. Να, το κελί του Ζάννα στη Χούντα. Να, το ξενοδοχείο όπου την ξέκανε με ένα ρουλεμάν. Να, οι δημόσιες τουαλέτες όπου βατεύανε τον έφηβο Παγκρατίδη οι λαχαναγορίτες. Να, οι αλάνες όπου μονομαχούν οι σημερινοί μαφιόζοι. Να, τα πάρκινγκ και οι δρομίσκοι όπου μια ζωή στοιχίζει όσο τα αγώγια μιας νύχτας. Να, η σημερινή σαστισμένη πόλη που αφουγκράζεται αλαφιασμένη τα σκοτάδια της…».

Από το Βυζάντιο

Να, 52 επιλεγμένοι τόποι βίας από το Βυζάντιο ώς τις μέρες μας σε τόσο οικεία σημεία της πόλης από τα οποία διέρχεται ο φακός του Πάρι Πετρίδη, για να «ξέρουμε πού βαδίζουμε», όπως λέει ο Σάκης Σερέφας. Εικόνες απόκοσμες, χωρίς ανθρώπινες μορφές, «χαμηλόφωνες», όπως τις χαρακτηρίζει ο Μαρκ Μαζάουερ στην εισαγωγή του, με την «αυστηρότητα της πραγματογνωμοσύνης» κατά τον Ηρακλή Παπαϊωάνου στο επίμετρο. «Οταν μελετάς το εγκληματικό προφίλ μιας πόλης, είναι σαν να διαβάζεις την ιστορία της» λέει στην «Κ» ο Σάκης Σερέφας που ασχολείται με την ιστοριογραφία της Θεσσαλονίκης μέσω της βίας εδώ και μια 20ετία. «Την αντιπροσωπεύουν εξίσου πολιτικές δολοφονίες, βασανιστήρια, φυλακίσεις αλλά και δολοφονίες απλών ανθρώπων. Η βρεφοκτονία μιας ανύπαντρης μητέρας τη δεκαετία του ’50 για να αποφύγει την κοινωνική κατακραυγή, οι μονομαχίες της ρώσικης μαφίας, τα ναρκωτικά, η πορνεία, το ξέπλυμα μαύρου χρήματος είναι περιστατικά που δηλώνουν κοινωνικές μεταβολές, το πολυμορφικό και διαχρονικό πρόσωπο της βίας στην πόλη».

Δείκτες της «μακάβριας περιήγησης» είναι οι αυθεντικές μαρτυρίες (χρονικά Βυζαντινών συγγραφέων, αναφορές δημοσιογράφων, δικογραφίες) πλάι στη σύγχρονη εικόνα. Στα κείμενα αυτά «περπάτησε» ο Πάρις Πετρίδης, όταν το επέτρεπαν τα πραγματολογικά δεδομένα. Στην αντίθετη περίπτωση, κινήθηκε ελεύθερα. «Κατά κανόνα δεν υπάρχουν ορατά αναμνηστικά σημάδια», εξηγεί στην «Κ» ο φωτογράφος. Αυτή φαίνεται πως είναι η αναπόδραστη ετυμηγορία της Ιστορίας: η ανιστόρητη πρόοδος έχει σαρώσει τα πάντα. Εξαιρούνται οι τόποι όπου η καταδήλωση της φωτογραφίας, αυτό δηλαδή που μας δείχνει, μεταφέρει αλληγορικά αυτό που περιγράφει η αντίστοιχη μαρτυρία ή αυτό που έτσι κι αλλιώς γνωρίζουμε από την Ιστορία».

Με τον φακό του προσέγγισε μεθοδολογικά και αθόρυβα. «Η ακολουθία των εικόνων τηρεί απαρέγκλιτα δύο σταθερές: επίπεδο φως και τόποι κενοί από ανθρώπους, διευκρινίζει ο φωτογράφος. «Η πρώτη αρχή αναδεικνύει την ακηδία της πόλης χωρίς φτιασίδια και περιττούς αντιπερισπασμούς (σκιές, αντανακλάσεις κ.λπ.). Η δεύτερη, προϋπόθεση της αστυνομικής και ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, παραπέμπει ευθέως σε σκηνικά εγκλήματος. Και ενώ στο φυσικό τοπίο η ανθρώπινη απουσία είναι αναμενόμενη, στο αστικό αποπνέει μια ανοίκεια αύρα που τη χρειαζόμουν. Ετσι, οι περισσότερες λήψεις έγιναν με το πρώτο φως της αυγής ή σε συννεφιασμένες μέρες».

Οπως λέει ο συγγραφέας, «όπου κι αν πας σκοντάφτεις πάνω σε αιματοβαμμένα πεζοδρόμια από πολιτικά εγκλήματα – εμβληματικά για το πανελλήνιο γιατί ενσαρκώνουν συγκεκριμένες στιγμές της νεοελληνικής ιστορίας με τις ερμηνευτικές τους διαστάσεις (παρακράτους, διαπλεκόμενου κομματικού μηχανισμού και ξένου παράγοντα, ομιχλώδους ψυχροπολεμικού μεταπολεμικού τοπίου) και από τους άσημους φόνους του ποινικού δικαίου. Θύματα δεν ήταν μόνο ο Ζέβγος, ο Πολκ, ο Λαμπράκης, αλλά και ο Σέρβος μαθητής, ένα είδος αστυνομικής αυθαιρεσίας που επαναλήφθηκε με τον Γρηγορόπουλο, μόνο που αυτός πέρασε στην ιστορία, αλλά τον Σέρβο μαθητή που πυροβολήθηκε εξ επαφής από αστυνομικούς στη μέση της Εγνατίας δεν τον θυμάται κανείς… Ωστόσο το αίμα μένει ανεξίτηλο στη μνήμη».

«Η Θεσσαλονίκη δεν είναι από τις πόλεις που επιλέγουν να τιμήσουν τη μνήμη των πολεμικών τους ηρώων», σημειώνει ο Μαζάουερ. «Η Θεσσαλονίκη δεν θέλει να θυμάται. Επιλέγει να κουκουλώσει», συμπληρώνει ο Σάκης Σερέφας. «Γιατί; Γιατί υπάρχουν επιζώντες: οι εγγονοί όσων άρπαξαν περιουσίες Εβραίων. Γόνοι δοσίλογων που εισπράττουν ακριβά ενοίκια, γόνοι τραμπούκων που δικηγορούν… Πάνε πολλά χρόνια που ήταν θαμμένα. Τώρα δεν μπορούν. Η λογοτεχνία και η ιστοριογραφία τα ανασκαλεύουν. Είναι μια μορφή δικαιοσύνης απέναντι στους νεκρούς».