ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στην κόλαση του λαχανόκηπου

Ε.Τ.Α. ΧΟΦΜΑΝ

Η Μνηστή του Βασιλιά, ένα παραμύθι σχεδιασμένο εκ του φυσικού

μετ. Εύη Μαυρομμάτη

εκδ. Λαγουδέρα

«Δεν μου πήγαινε», έλεγε ο Γκαίτε για τον Ε.Τ.Α. Χόφμαν (1776-1822) – ευτυχώς μετά τον θάνατο του τελευταίου. Ο ολύμπιος θεός απέρριπτε, ως γνωστόν, ό,τι παρεξέκλινε από τη νόρμα. Και ο Χόφμαν, πολυτάλαντος, αλκοολικός, βασανισμένος, δεν θα γινόταν βέβαια πατέρας της λογοτεχνίας του φανταστικού αν ήταν άνθρωπος της νόρμας. Η επιρροή του έργου του πέρασε ταχύτατα τα σύνορα της γερμανικής γλώσσας και απλώθηκε στη Γαλλία, όπου ο Μπωντλαίρ τον αποθεώνει ως τον απόλυτο κωμικό, αλλά και στη Ρωσία, την Αγγλία και στην Αμερική (ο Πόου υπήρξε θαυμαστής του).

Η δαιμονική αίσθηση του κωμικού διακρίνει ιδιοφυΐες σαν τον Χόφμαν καθώς φωτίζουν αναφλεγόμενοι τις καταθλιπτικές επικράτειες της δεξιοτεχνίας και του καθωσπρέπει επαρχιωτισμού. Στη «Μνηστή του Βασιλιά» διακωμωδούνται ανελέητα τυπικοί χαρακτήρες και συνθήκες της γερμανικής επαρχίας: ο φοιτητής που πίνει, καπνίζει και γράφει στίχους· ο ξεπεσμένος αριστοκράτης σε ρόλο μυστικιστή-φιλοσόφου· η ενάρετη ενασχόληση με τις γεωργικές εργασίες.

Ο κόσμος του κακού, που με μαεστρία ξέρει να σκηνοθετεί καθαρά κινηματογραφικά ο Χόφμαν, κατοικείται εδώ από μοχθηρά, μικροσκοπικά πλάσματα που δεν είναι άλλα από τα στοιχειωμένα λάχανα, τα καρότα και τα ραπανάκια – ό,τι δηλαδή θεωρούμε συνήθως αγνό, ταπεινό και κάπως άνοστο, για να κινήσει υποψίες εμπλοκής σε νοσηρές και λάγνες περιπέτειες. Εδώ άλλωστε έγκειται η βασική κωμική συνθήκη, που δεν είναι άλλη από τη μετάλλαξη του αθώου λαχανόκηπου, του εύφορου βασιλείου της αφράτης και ροδαλής δεσποινίδας Αννούλας φον Τσάμπελτάου σε τόπο κυριαρχίας των άνομων ορέξεων του βασιλιά Δαύκου Καρότου του Πρώτου.

Αίθουσα βασανιστηρίων

Η λύση δίνεται σπαρταριστά, θυμίζοντας τον βάρδο Κακοφωνίξ (δεν είναι καθόλου περίεργο που λάτρεψαν τον Χόφμαν ειδικά οι Γάλλοι!). Δεν είναι τα ξόρκια του αλλοπαρμένου αλχημιστή-πατέρα, δεν είναι ο έρωτας του Αμάνδου, αλλά η κακοφωνία του τελευταίου που τρέπει οριστικά σε φυγή το κακόβουλο πνεύμα των λαχανικών. Κορυφαία σκηνή τυπικής α λα Χόφμαν υπερπαραγωγής, όπου «ακούμε» σχεδόν την έντονη μουσική της υπόκρουση, το όργιο που επικρατεί όταν οδηγείται ο βασιλιάς Καρότος στην κουζίνα, τόπο βασανισμού και εξόντωσης των λαχανικών: «Και τότε, από όλες τις κατσαρόλες, τα τσουκάλια και τα τηγάνια, ξεχύθηκαν σαν τη μαινόμενη στρατιά εκατοντάδες εκατοντάδων ασχημομούρικα κοντοστούπικα ανθρωπάκια… τον έριξαν ανάσκελα μέσα σε μια μεγάλη λεκάνη, τον ζεμάτισαν, χύνοντας πάνω του τον ζωμό απ’ όλα τα κατσαρολικά, και τον πασπάλισαν με ψιλοκομμένα αυγά, άνθη μοσχοκάρυδου και ψίχουλα ψωμιού.» Η επιμελημένη από τον Δ. Αλεξάκη (γνωστού από τις εξαιρετικές δίγλωσσες «Μεταφορές» του Γαβριηλίδη) έκδοση σε ωραία μετάφραση της Εύης Μαυρομμάτη, που εκπόνησε και εκτενή εισαγωγή, δίνουν άλλη μια γερή δόση στους ανά την Ελλάδα λάτρεις του Χόφμαν.