ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Δίχως σενάριο μήτε ψυχή

Γελάσαμε με τον αυτοσαρκασμό της τουρκομιλούσας ελληνικής τηλεόρασης στα σποτάκια του Mega, που διαφήμισαν την επιστροφή των ελληνικών σειρών. Μία ακόμη τηλεοπτική πλάνη. Διαφήμιζαν σειρές με Ελληνες μεν ηθοποιούς, αλλά το κόνσεπτ των σεναρίων, τόσο στο ολοκαίνουργιο «Με τα παντελόνια κάτω» όσο και στο «Πίσω στο σπίτι», είναι λατινοαμερικανικής καταγωγής. Μια μεσοβέζικη λύση της καναλικής φτώχειας, όπου το κύριο συστατικό, το σενάριο, δηλαδή η «ψυχή» της αφήγησης και των ρόλων, προέρχεται από εισαγόμενη ζύμη ετοιματζίδικων συνταγών.

Ωστόσο, η καναλική οικονομική ένδεια μόνον ως άλλοθι μπορεί να προβληθεί, αφού η εν λόγω τακτική ακολουθήθηκε και στις εποχές της ευημερίας –να τις πούμε σπατάλης;– με καρικατουρίστικες σειρές, φρούτα της λατινοαμερικανικής τηλεοπτικής βιομηχανίας, σαν τον «Λάκη τον γλυκούλη», να «ελληνοποιούνται» και να πλασάρονται ως ελληνικά. Και νεανικά σουξέ σαν το Πατοσάπουνο διασκέδαζαν την πλήρη απουσία ελληνικού νεανικού προγράμματος με σενάρια όπου οι ίντριγκες και οι ερωτικοί ανταγωνισμοί μεταξύ σχολιαρόπαιδων –ας θυμηθούμε!– θα έκαναν ακόμη και τη Χιουρέμ στο χαρέμι του Σουλεϊμάν να χλωμιάσει.

Σε μια τηλεοπτική αγορά, βέβαια, πολυποίκιλη με συνεχή παραγωγή, έχουν όλα θέση. Ωστόσο, αυτές τις δύσκολες στιγμές μιας κρίσης, που δεν είναι μόνον οικονομική, αλλά κυρίως πολιτισμική, καθώς δοκιμάζονται οι αξίες, κλυδωνίζονται δεσμοί, σχέσεις, μεταβάλλονται βίαια οι κοινωνικοί ρόλοι και κυρίως οι ενδοοικογενειακοί, δεν μπορεί η προσφιλέστερη τηλεοπτική ψυχαγωγία, οι σειρές, να μην εκφράζουν τα πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής πραγματικότητας.

Το θέμα, μακριά από οποιαδήποτε εθνικιστική ρητορεία και επικίνδυνη λαϊκιστική απλοποίηση, είναι βαθιά πολιτισμικό. Η τηλεόραση, που αναδείχθηκε σε αυτό τον τόπο επί δύο και πλέον δεκαετίες ο πυρήνας της αναδιαμόρφωσης της κουλτούρας του και ως εκ τούτου των καταναλωτικών ηθών του, επιλέγοντας αναλόγου αισθητικής προγράμματα, βρίσκεται αυτήν τη στιγμή «γυμνή» από σεναριακές ιδέες, οι οποίες να ανταποκρίνονται στις νέες ανάγκες του κοινού της.

Υπήρξαν σεζόν όπου τα δύο κανάλια, τα οποία δέσποσαν ως παραγωγοί του mainstream εμπορικού τηλεοπτικού προϊόντος, το Mega και ο ΑΝΤ1, παρουσίαζαν δεκάδες σειρές, για να απομείνουν βέβαια ελάχιστες ώς το τέλος κάθε χρονιάς. Το γεγονός όμως ότι από αυτή την οργιαστική παραγωγή, μιας δεκαετίας τουλάχιστον, δεν απέμεινε ένα ίζημα σεναριακής σκέψης, ένας στενός, έστω, πυρήνας σεναριογράφων από τους τόσους που αποθεώθηκαν κατά καιρούς, ο οποίος να μπορεί να αποδώσει τηλεοπτικώς σύγχρονους χαρακτήρες και καταστάσεις, είναι απόδειξη ότι οι καναλικές επιλογές δεν είχαν όραμα για το μέλλον. Ηταν απλή κατανάλωση/σπατάλη του τηλεοπτικού χρόνου για πρόσκαιρα οφέλη. Στο κάτω κάτω, αντί για μαγειρικούς διαγωνισμούς ας γίνονταν σεναριακοί, με ηθοποιούς που να διαβάζουν τους ρόλους και να ψηφίζει το κοινό.

Οσο για τη δυσφορία από την υπερπροβολή τουρκοσάπουνων, γιατί άραγε είναι καλύτερη μια «ελληνοποιημένη» σειρά, όπου οι ηθοποιοί είναι Ελληνες και μιλούν ελληνικά, αλλά υποδύονται ρόλους-καρικατούρες, χυλωμένα μείγματα των πλέον συντηρητικών –αντιδραστικών– αντιλήψεων για τη λαϊκότητα.

Για παράδειγμα, η πολυδιαφημισμένη ως η «μοναδική ελληνική σειρά» που έκανε πρεμιέρα την περασμένη Δευτέρα στο Mega, το «Με τα παντελόνια κάτω», αποδείχθηκε ένα κακέκτυπο του «Ρετιρέ» και πλήθους παρόμοιων σειρών «συγκατοίκησης», τα οποία όμως στην εποχή τους αποτύπωσαν βιώματα και νοοτροπίες του εγχώριου μικροαστισμού. Ακόμη και εκείνη η αλήστου μνήμης υβριδική, λαϊκή σαπουνόπερα α λα γκρεκ, «Η γειτονιά μας» αποτελούσε μια τοιχογραφία αθηναϊκής γειτονιάς στο μεταίχμιο των μεγάλων αλλαγών που έφερε τότε η αντιπαροχή.

Το γεγονός ότι τα εισαγόμενα λατινοαμερικανικά κόνσεπτ χρησιμοποιούν ως σεναριακό άλλοθι την οικονομική κρίση και οι ήρωες αναφέρονται διαρκώς «στα λεφτά» είναι αρκετό στοιχείο για να θεωρηθούν προϊόντα που εκφράζουν την ελληνική πραγματικότητα; Αραγε, ο Κώστας Βουτσάς του εμβληματικού αστείου «έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;» είναι ικανή γεφυροποιός ουσία ανάμεσα στο εμπορικά σφριγηλό, λαϊκό σινεμά των ’60s και σε μια τηλεόραση που επιμένει, σπαρακτικά πλέον, στη συντήρηση της φτηνής αισθητικής τηλεοπτικών προϊόντων από πολυεθνικές βιομηχανίες; Ισως με την ελπίδα ότι, όταν ανακάμψει το οικονομικό περιβάλλον, θα πιάσει το νήμα από εκεί όπου το άφησε. Μα πού το άφησε, αλήθεια;