ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μαθήματα μαχητικής δημοσιογραφίας

Ο κόσμος των τηλεοπτικών «news», τα παρασκήνια των συσκέψεων και των δύσκολων αποφάσεων μιας μαχητικής δημοσιογραφίας στις ρομαντικές απαρχές της, όταν ακόμη διαμόρφωνε έναν ευρύ, κοινό, συλλογικό χώρο, ενώ οι ανερχόμενες μεσαίες τάξεις έβρισκαν την ταυτότητά τους στη σχέση τους με την ενημέρωση, είναι το περιβάλλον όπου εξελίσσεται η αφήγηση της αισθητικά άψογης και νοσταλγικά μαγευτικής βρετανικής σειράς «The hour». Μια σειρά του BBC για το BBC, της οποίας τον δεύτερο κύκλο των 6 επεισοδίων της προβάλλει ήδη το FΟΧ.

Περισσότερο, όμως, από ένα ταξίδι στον χρόνο, στην εποχή που το beat της γενιάς η οποία θα έφερνε την επανάσταση στην αισθητική, τη μόδα, τη μουσική άρχιζε να αλλάζει τον ρυθμό στα undergraound μπαράκια του Σόχο, το «The hour» γίνεται και ένα είδος φόρου τιμής στο μοντέλο της μαχητικής τηλεοπτικής ενημέρωσης και των «news» που σήμερα βιώνει βίαια την αλλαγή των εποχών, ακριβώς όπως και οι εφημερίδες.

Ωστόσο, αποτελεί την ίδια στιγμή κι ένα μάθημα ευρωπαϊκού στυλ. Το γκρίζο ντεκόρ των γραφείων και του πρωτόλειου συγκριτικά με τις σύγχρονες τεχνολογικές συνθήκες τηλεοπτικού στούντιο και κοντρόλ του καναλιού εναλλάσσεται με τη χλιδάτη λάμψη των καμπαρέ και των ακριβών ξενοδοχείων. Τα συντηρητικά κοστούμια των δημοσιογραφικών γραφείων ή τα πουκάμισα με τα σηκωμένα μανίκια και τα κολεγιακά πουλόβερ με τα μεταξωτά φουστάνια, τα καλοσιδερωμένα κοστούμια, τα κατακόκκινα κραγιόν και γραβάτες που αφηγούνται το success story του ιδιοκτήτη τους.

Αλλά στο σενάριο βρίσκονται και τα υπόλοιπα υλικά ενός απολαυστικού θεάματος, έρωτας, πάθη, απιστίες, αριβισμός, διαπλοκή, συγκρούσεις αντιλήψεων, ιδεών, παιχνίδια εξουσίας.

Εχει χαρακτηριστεί η βρετανική απάντηση στο αμερικανικό κομψοτέχνημα «Mad Men». Αναφέρεται περίπου στην ίδια εποχή, τέλη των ’50s και αρχή των ’60s. Τότε που ο κόσμος έβγαινε από μια οικονομική κρίση με την ελπίδα ότι δεν θα αντιμετωπίσει άλλη (φρούδα, όπως αποδείχθηκε). Το ψυχροπολεμικό περιβάλλον γινόταν το ιδεολογικό υπόβαθρο για τις απαρχές του σκληρού καπιταλισμού, αλλά και για το λάιφ στάιλ που βασίστηκε στη λαμπερή μυθολογία ενός νέου σταρ σύστεμ, διευρυμένου από τηλεοπτικούς σταρ και διασημότητες, οι οποίες τροφοδοτούσαν με τις σκανδαλώδεις ζωές του τον κίτρινο Τύπο. Αυτός με τη σειρά του εκείνη ακριβώς την εποχή καθιέρωνε τις πλέον βαρβαρικές μεθόδους σκανδαλοθηρίας, οι οποίες σφράγισαν τα ήθη του ξέφρενου καταναλωτισμού, μέχρι που οδηγήθηκε σε κρίση (και ο γκουρού του Μέρντοχ στα δικαστήρια) μέσα σε παροξυσμικούς σπασμούς κανιβαλισμού.

Νέες τάσεις

Αλλά για τον σεναριογράφο Αμπι Μόργκαν (μαζί με τον Στιβ ΜακΚουίν υπέγραψαν το έξοχο, κινηματογραφικό ψυχογράφημα «Shame») η σειρά «The Hour» αποτέλεσε την ευκαιρία, όπως είπε, όχι μόνο να ασχοληθεί με την εποχή που ανέτειλε το πραγματικό γκλάμουρ, αλλά και με τις νέες τάσεις και ιδέες που έμελλε να προκαλέσουν την κοσμογονία των ’60s.

Σκηνικό του δεύτερου κύκλου της σειράς, το Λονδίνο στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Απαρχές του μοντερνισμού. Ο Γκίνσμπεργκ και ο Κέρουακ γίνονται θέμα συζήτησης δημοσιογράφων και πολιτικών που συγχρωτίζονταν στα αντεργκράουντ κλαμπ του Σόχο για να ανταλλάξουν πληροφορίες και ιδέες προκαλώντας ανησυχία σε ένα ακροσυντηρητικό σύστημα, που κινείται με σκοτεινές μεθόδους για να μετατρέψει την περιοχή σε επικίνδυνο άντρο εγκληματικότητας.

Εκείνη την εποχή, παράλληλα, η οικονομία αναπτυσσόταν, οι γυναίκες διεκδικούσαν παντού τα πάντα, ο «πειρασμός» του ροκ εντ ρολ καταλάμβανε ολόκληρη τη χώρα και μια όλο και πιο εύρωστη μεσαία τάξη διεκδικούσε κοινωνική πρόοδο (μέσω της μόρφωσης τότε) και έγινε αφορμή για τη δημιουργία της τηλεόρασης, που όφειλε να αντανακλά τον δυναμισμό του κοινού της – και να κατευθύνει τις καταναλωτικές του ανάγκες. Εξ ου και η εμφάνιση της πρώτης εμπορικής τηλεόρασης στη Βρετανία, της ITV, που δημιουργήθηκε το 1955 για να αντιπαρατεθεί στον συντηρητισμό του BBC, προκαλώντας τις πρώτες αναταράξεις από τα νέα ήθη ενός ανταγωνισμού που έφτασε στα άκρα παραμερίζοντας τους κανόνες της δημοσιογραφίας, για να αναδείξει στη θέση τους εκείνους της κατανάλωσης.

Πρωταγωνιστές

Βασικοί πρωταγωνιστές και στον δεύτερο κύκλο της σειράς, το ίδιο μαχητικό τρίο που αποτελείται από την παραγωγό ενημερωτικών εκπομπών Μπελ Ρόουλι (Ρομόλα Γκαράι), τον ασυμβίβαστο νεαρό ρεπόρτερ Φρέντι Λάιον (Μπεν Γουίσαου, ο «εγκέφαλος» του hi-tech τζεϊμσμποντικού εξοπλισμού στο «Skyfall») και τον άνκορμαν Εκτορ Μάντεν (ο Ντομινίκ Γουέστ, του «The Wire»), που ενδίδει στις απολαύσεις του «σταριλικίου» με την αλαζονική αυτοπεποίθηση της εξαιρετικής του φωτογένειας, αλλά και του καλού (αν και αφόρητα πληκτικού) γάμου του με την κόρη ισχυρού μέλους του διοικητικού συμβουλίου του καναλιού.

Μεταξύ των δύο ανδρών, του Λάιον και του Μάντεν, θα αναπτυχθεί σιγά σιγά ένας σκληρός ανταγωνισμός, που εκφράζει στην πραγματικότητα την αντιπαράθεση δύο αντιλήψεων για την τηλεοπτική δημοσιογραφία, η οποία ουδέποτε έπαψε να υπάρχει, εκείνης που πιστεύει ότι σημασία έχει το δημοσιογραφικό προϊόν και εκείνης που προτάσσει τους όρους του θεάματος, τη στιγμιαία εντύπωση, τη φωτογένεια, τη λάμψη του παρουσιαστή.

Στον δεύτερο κύκλο της σειράς, ο διανοούμενος νέος διευθυντής του καναλιού αποστρέφεται τα αντιεπαγγελματικά καπρίτσια του σταρ Μάντεν και προβιβάζει τον Λάιον σε συμπαρουσιαστή, δείχνοντας και την αντίληψή του για τη δημοσιογραφία του ΒΒC.

Πάντως και όλοι τους υπερασπίζονται μια δημοσιογραφία πριν εκφυλιστεί από μεθόδους οι οποίες την έπνιξαν στα σκάνδαλα. Πριν η διαπλοκή της με το πολιτικό και οικονομικό σύστημα την απαξιώσει στις συνειδήσεις των πολιτών. Πριν οι μέθοδοι υποκόσμου που καθιέρωσαν οι εφημερίδες του Μέρντοχ, με τις παρακολουθήσεις τηλεφώνων πολιτικών και διασημοτήτων για να εξασφαλίζουν «γαστριμαργικά» κουτσομπολιά, ευτελίσουν την έννοιά της.

Κάποιοι κριτικοί τού καταλόγισαν ατολμία, αλλά και ρετρό διάθεση

Σχόλιο στον μικρόκοσμο των καναλιών και στον ανταγωνισμό της τηλεοπτικής αγοράς, μάθημα ιστορίας, πολιτικής, αλλά και μάθημα δημοσιογραφίας, το «The Hour» έρχεται ακριβώς τη στιγμή που οι συνθήκες άσκησης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος αλλάζουν και πάλι βίαια. Τη στιγμή που η ψηφιακή τεχνολογία έχει ευνοήσει τον κατακερματισμό της αλλοτινής δημόσιας σφαίρας που συγκροτούνταν γύρω από το παραδοσιακό μοντέλο ενημέρωσης, σε επιμέρους πεδία έκφρασης συμφερόντων. Αποτέλεσμα όλων αυτών, τα αλλοτινά τηλεοπτικά «news» και τα παραδοσιακά τοκ σόου να έχουν χάσει την αίγλη τους μπροστά σε εκπομπές οι οποίες απευθύνονται όχι σε πολίτες που θέλουν να ενημερωθούν για τις εξελίξεις, αλλά σε πεπεισμένους για τις απόψεις τους θεατές/ιντερνετικούς χρήστες. Οι αλλοτινοί σούπερ σταρ της παρουσίασης θαμπώνουν μπροστά σε ταλαντούχους «τενόρους» του λαϊκισμού, που αποκτούν οπαδούς και μάλιστα φανατικούς, όπως εκείνοι των ποδοσφαιρικών ομάδων.

Στη χώρα μας, βέβαια, βρεθήκαμε μπροστά στην ίδια ακριβώς κρίση –έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου– με τα ίδια φαινόμενα πριν διανύσουμε τη διαδρομή των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών. Της Βρετανίας, για παράδειγμα, με την ιστορική αντίσταση των δημοσιογράφων του BBC στις θατσερικές εντολές ή εκείνη των ΗΠΑ, που συγκρότησαν την ηρωική μυθολογία της δημοσιογραφίας τους με παραδείγματα σαν του μαχητικού δημοκράτη Μάροου ή του αδέκαστου Κρονκάιτ. Αλλά το ελληνικό παράδοξο παραμένει μοναδικό.

Προβληματισμός

Οπως και αν έχει, το «The hour» είναι εκτός όλων των άλλων μια συμβολή στον προβληματισμό, δίπλα στο αμερικανικό «Newsroom» του Ααρον Σόρκιν, που αν και αναφέρεται στην παρούσα εποχή, πρώτο άνοιξε τη συζήτηση. Και όπως η προσπάθεια του Σόρκιν, που επικρίθηκε (κυρίως από κριτικούς των μεγάλων δικτύων ενημέρωσης, οι οποίοι είπαν περίπου «δεν θα μας πει ένα outsider πώς να κάνουμε τη δουλειά μας), έτσι και αυτή του Αμπι Μόργκαν δέχθηκε άφθονη κριτική. Στον πρώτο κύκλο, επειδή θεωρήθηκε ότι δίνει λάμψη σε μια εποχή που στη μνήμη των Βρετανών έχει καταχωριστεί ως η πιο γκρίζα μετά τον πόλεμο, την εποχή της σκληρής λιτότητας που διήρκεσε ώς τα μέσα των ’50s. Και ακόμη ότι προτιμά το ρετρό και δεν τολμά να αναφερθεί στις μεγάλες δημοσιογραφικές κρίσεις της εποχής μας. Στον δεύτερο κύκλο, ότι δεν έχει αρκετή λάμψη, όπως το «Mad Men» με το χολιγουντιανό γκλάμουρ του ρετρό, ότι ο γραβάτες μοιάζουν σαν να γλιστρούν κακοδεμένες από τα κολάρα, ότι η γλώσσα των διαλόγων είναι περισσότερο σύγχρονη από την εποχή που αναφέρεται η σειρά, και μάλιστα έχει ανοίξει ένας έντονος διάλογος στα language blogs. Οπως και αν έχει, το «The hour» παραμένει ένα μαγευτικό ταξίδι στον δημοσιογραφικό χρόνο.

Δείτε επίσης

– «Newsroom», του Ααρον Σόρκιν (TV series).

– «Καληνύχτα και καλή τύχη», του Τζορτζ Κλούνεϊ.

– «Ολοι οι άνθρωποι του προέδρου», του Αλαν Πάκουλα.

– «Το Δίκτυο», του Σίντνεϊ Λιούμετ.

– «Πρώτη σελίδα», του Μπίλι Γουάιλντερ.

– «Nixon – Frost», του Ρον Χάουαρντ.