ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα νέα πρότυπα των τηλεοπτικών σειρών θέλουν γυναίκες λίντερ

Κομίζουν μια νέα αντίληψη για τη διαχείριση της εξουσίας σε τομείς που θεωρούνταν «κάστρα» των ανδρών και μπορεί οι ίδιες, ή μάλλον οι δημιουργοί των ρόλων τους, να αρνούνταν τον όρο «φεμινίστριες», αλλά προβάλλονται ήδη ως γυναικεία πρότυπα των νέων κοινωνιών της κρίσης, όπου «κανείς δεν περισσεύει». Πόσω μάλλον γυναίκες, στων οποίων την υψηλή μόρφωση και την επαγγελματική πορεία έχουν επενδυθεί κεφάλαια από οικογενειακούς και επιχειρηματικούς προϋπολογισμούς τέτοια, που αποτελεί σκανδαλώδη πολυτέλεια, σύμφωνα με τους απλούστερους οικονομικούς υπολογισμούς, ο περιορισμός τους σε ρόλους βοηθητικούς.

Είναι οι νέοι ρόλοι των γυναικών leaders που εμφανίστηκαν στις τηλεοπτικές σειρές της τελευταίας εσοδείας και ήδη συνιστούν τάση της διεθνούς τηλεοπτικής παραγωγής.

Η τηλεοπτική παραγωγή ούτε ανατρέπει ούτε πολύ περισσότερο θεραπεύει, ωστόσο, επισημαίνει και ανταποκρίνεται στις κοινωνικές ανάγκες, προτείνοντας «συμπεριφορές», που ουδεμία ανταπόκριση βρίσκουν αν οι συνθήκες της πραγματικότητας του κοινού της δεν επιτρέπουν την αφομοίωσή τους.

Φαίνεται ότι ένα σημαντικό κομμάτι του διεθνούς τηλεοπτικού κοινού, όμως, ήταν έτοιμο να υποδεχθεί ρόλους σαν της Μπριγκίτε Νάιμποργκ της Δανής Μπαμπέτ Κνούντσεν στο «Borgen», το πανευρωπαϊκό χιτ, το οποίο είδαμε κι εμείς από τη ΝΕΤ. Την ίδια περίπου εποχή έκανε σουξέ στις ΗΠΑ η Ελέιν Μπάρις της Σιγκούρνι Γουίβερ στο «Political Animals» (δεν έχει προβληθεί στη χώρα μας). Ο πρώτος τηλεοπτικός ρόλος της χολιγουντιανής σταρ, η οποία υποδύεται την απατημένη σύζυγο ενός Αμερικανού πρώην προέδρου, που παίρνει διαζύγιο και στρέφεται με επιτυχία στην πολιτική, αποδεικνύοντας ότι η επαγγελματική επιτυχία είναι η καλύτερη «συναισθηματική ανάρρωση».

Τo «τραύμα»

Λέγεται ότι η σειρά ήταν μια τηλεοπτική διαχείριση του «τραύματος» που άφησε στην αμερικανική κοινωνία η δημόσια προεδρική ομολογία περί «ανάρμοστης σχέσης». Οπως κι αν έχει, ο ρόλος της Ελέιν–Σιγκούρνι θεωρείται ανατρεπτικός συγκρινόμενος με τα «σαπουνοπερικά πρότυπα» που κυριάρχησαν πλέον του μισού αιώνα στην αμερικανική τηλεοπτική παραγωγή και σύμφωνα με τα οποία οι σύζυγοι των ισχυρών ήταν τα «θύματα». Οφειλαν να υποκρίνονται τις «τέλειες συζύγους» και να συντηρούν το «τέλειο οικογενειακό μοντέλο».

Το θέμα γίνεται «πολιτικό» εκ του αποτελέσματος, αλλά στην πραγματικότητα αφορά τις βαθύτερες ηθικές και συναισθηματικές δομές που διαμορφώνουν τα κοινωνικά ήθη, και η Ελέιν Μπάρις της Σιγκούρνι Γουίβερ, όπως και η Αλίσια Φλόρικ της Τζουλιάνα Μαργκούλις στο «The good wife» (προβάλλεται από τον ΣΚΑΪ) είναι τα πρώτα «ανατρεπτικά» γυναικεία τηλεοπτικά πρότυπα για μια κοινωνία, όπως η αμερικανική, πολύ πιο συντηρητική από την ευρωπαϊκή. Και οι δύο ρόλοι αποτελούν το πλέον σύγχρονο και ολοκληρωμένο αμερικανικό εγχείρημα τηλεοπτικής «νομιμοποίησης» των δυναμικών γυναικών που αρνούνται να παίξουν τον ρόλο της απατημένης συζύγου–θύματος, παίρνουν διαζύγιο και διαπρέπουν στον επαγγελματικό στίβο, ενώ το σενάριο επικεντρώνεται σε αυτή τους τη δραστηριότητα. Μια καθοριστική διαφορά από το παρελθόν είναι ότι στις εν λόγω σειρές η θηλυκότητα δεν βρίσκεται σε αντίθεση με τον δυναμισμό και το κυνήγι της εξουσίας.

Το ενδιαφέρον και ο λόγος για τον οποίο οι σειρές του είδους γίνονται αντικείμενο αναλύσεων διεθνώς, είναι ότι το μοντέλο γυναίκας που προβάλλουν εμφανίζεται και ως φορέας των «θετικών αλλαγών» στο επαγγελματικό τους περιβάλλον, που διόλου τυχαία είναι οι τομείς της πολιτικής, της δικαιοσύνης, αλλά και της δημοσιογραφίας. Τομείς αδιαμφισβήτητης ανδρικής κυριαρχίας, που όμως σπαράσσονται από σκάνδαλα διαφθοράς.

Πάντως, το «Borgen» υπήρξε σαφές ως προς το μήνυμά του, προβάλλοντας το γυναικείο πρότυπο ως «ελπίδα ανανέωσης» της πολιτικής των αυτάρεσκων ανδρών. Αλλά το ίδιο ήταν και το μήνυμα του Ααρον Σόρκιν στο πολυσυζητημένο του «Newsroom», όπου για πρώτη φορά γυναίκες σε έναν επαγγελματικό χώρο δεν συζητούν ή συζητούν λιγότερο τα συναισθηματικά τους προβλήματα.

Ενδεχομένως ο ενθουσιασμός των Αμερικανών για τους ρόλους των γυναικών leaders, ιδίως στον στίβο της πολιτικής, να προκαλεί χαμόγελα ειρωνείας στους πιο έμπειρους Ευρωπαίους, που έχουν να επιδείξουν παραδείγματα από τη δική τους πολιτική πραγματικότητα, από τη Θάτσερ έως τη Μέρκελ, τα οποία επιδέχονται άφθονη κριτική για το κατά πόσο η πολιτική τους μπορεί να θεωρηθεί από τις ευρωπαϊκές κοινωνίες «θετικός άνεμος ανανέωσης».

Το «φαινόμενο Λένα Ντάναμ»

Το θέμα παραμένει πολύπλοκο και είναι άδικος ο περιορισμός του σε μια «φεμινιστική» οπτική. Ορισμένες ακρότητες του «Political Animals» επικρίθηκαν. Ειδικώς μια σκηνή όπου η Ελέιν–Σιγκούρνι προσπαθεί να πείσει δημοσιογράφο, που της έχει μεγάλη εκτίμηση, να αφήσει τη δημοσιογραφία για την πολιτική στο πλευρό της ενώ περπατούν στον ζωολογικό κήπο. Σε μια στιγμή στέκονται μπροστά στο κλουβί των ελεφάντων «Τους βλέπεις; –λέει η Ελέιν στη δημοσιογράφο– είναι μια μητριαρχική κοινωνία, τα θηλυκά μόλις σιγουρευτούν ότι γονιμοποιήθηκαν διώχνουν τα αρσενικά για να μην τα έχουν μέσα στα πόδια τους». Θεωρήθηκε, και όχι αδίκως ρητορική που παραπέμπει στον κοινωνικά δυσλειτουργικό φεμινισμό των ’70s.

Το θέμα δεν είναι να ενθαρρυνθεί ένα πολεμικό κλίμα, αλλά να δημιουργηθεί μια νέα τηλεοπτική αφήγηση που θα γεφυρώνει διαφορές και θα εξομαλύνει το πέρασμα σε έναν καινούργιο κόσμο. Είναι πολλά ακόμη τα προβλήματα που εντοπίζονται, όπως το φυλετικό, πολύ σημαντικό για τις πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Ενας διάλογος για παράδειγμα που εξελίσσεται θερμός μεταξύ αρθρογράφων γυναικών στις ΗΠΑ είναι ότι αυτού του είδους οι τηλεοπτικοί ρόλοι, όπως και τα σενάρια ή βιβλία που γράφονται στο ίδιο κλίμα, αφορούν πρότυπα λευκών, μορφωμένων και ως εκ τούτου οικονομικά εύπορων γυναικών.

Είναι η κριτική που ασκείται για το «φαινόμενο Λένα Ντάναμ», τη νεαρή σεναριογράφο του «Girls», έξυπνη σειρά που θεωρείται ότι έχει αντικαταστήσει το «Sex and the City» ή στη Νέα Υόρκη της οικονομικής κρίσης. Τέσσερις νέες γυναίκες στους πρωταγωνιστικούς ρόλους προσπαθούν να φτιάξουν τη ζωή τους στη μεγαλούπολη–πρότυπο στον απόηχο της καταναλωτικής υστερίας των προκατόχων τους του «Sex and the City», αντιμετωπίζοντας τα προβλήματα στις νοοτροπίες που άφησε εκείνη η εποχή της οικονομικής αφασίας.

Επιτυχημένη σεναριογράφος πριν κλείσει τα τριάντα της χρόνια, η Λένα Ντάναμ έχει αναδειχθεί σε ιδανικό επικοινωνιακό φαινόμενο της εποχής Ομπάμα.

Γυναίκα, νέα, πολιτικοποιημένη στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών και διανοούμενη, που από τα σενάριά της αναδεικνύεται ο νεανικός προβληματισμός για τον «χαλασμένο κόσμο» που παραλαμβάνουν οι νέοι, η Λένα πρωταγωνίστησε ακόμη και στα προεκλογικά σποτ του Ομπάμα, τα οποία, όπως έχει επισημανθεί λεπτομερώς από αναλυτές της προεκλογικής εκστρατείας, αξιοποίησαν με μαεστρία το τηλεοπτικό κλίμα που διαμόρφωσαν οι σειρές «νέας γενιάς» υψηλών προδιαγραφών (ιδίως του ΗΒΟ).

Ολο αυτό ανατρεπτική θύελλα δεν το λες, αλλά σίγουρα είναι αύρα ανανέωσης των τηλεοπτικών στερεοτύπων για τους ρόλους των γυναικών.

Αλλωστε, η επιχειρηματική ευφυΐα της εξελιγμένης τηλεοπτικής παραγωγής, όπως είναι η αμερικανική, διατηρεί τις εξισορροπητικές τάσεις που εμφανίζονται σε εξίσου επιτυχημένες σειρές, όπως το σαπουνοπερικό «Scandal» (προβάλλεται στη χώρα μας από το Foxlife), ένα κριτικό σχόλιο στην αμερικανική πολιτική σκηνή, όπου στη θέση της αντιπροέδρου των ΗΠΑ βρίσκεται μια κυνική, σατανική γυναίκα που εποφθαλμιά τη θέση του προέδρου και επιδίδεται σε ίντριγκες.