ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οταν εισπράττεις κάποια χρήματα, είναι ευλογία

Εκτός από τη λογοτεχνία με θέμα την κρίση, υπάρχουν και οι συγγραφείς που έχουν πληγεί από αυτήν. Και μοιάζει περίπου ανέκδοτο να επιδιώκει κανείς να ζήσει μόνο από τα βιβλία που γράφει αυτή την περίοδο. Η συγγραφέας Ρέα Γαλανάκη, η οποία πάντα βιοποριζόταν από τη λογοτεχνία, δεν διστάζει καθόλου να πει πόσο ήταν το συνολικό εισόδημά της την προηγούμενη χρονιά: «Ξάφνου φέτος είχα ένα καθαρό εισόδημα λιγότερο από 1.000 ευρώ. Αυτό, εφόσον κάλυψα την ουσιαστικά παράνομη και καταχρηστική ασφάλιση των συγγραφέων στον ΟΑΕΕ, που είναι υποχρεωτική για να έχουμε το δελτίο παροχής υπηρεσιών. Αυτή τη στιγμή, είμαι τυχερή που ο άντρας μου έχει μια πετσοκομμένη σύνταξη και ζούμε από αυτήν κι εγώ και η άνεργη κόρη μας».

Τα τελευταία χρόνια και οι συγγραφείς περνούν πολύ δύσκολα σε αυτή τη χώρα, για μια σειρά από λόγους. Η πτώση των πωλήσεων είναι ο πρώτος. «Η προτεραιότητα των ανθρώπων είναι να φάνε και να φροντίσουν τα στοιχειώδη. Αυτοί που αγόραζαν είκοσι βιβλία τον χρόνο, τώρα αγοράζουν πέντε. Αν σκεφτούμε ότι το βιβλίο δεν ήταν προτεραιότητα ούτε την περίοδο των παχιών αγελάδων, μπορούμε να φανταστούμε τι γίνεται τώρα», λέει η Μάρω Δούκα. Ο δεύτερος λόγος είναι η προβληματική οικονομική σχέση εκδοτών – βιβλιοπωλών. Η καθυστέρηση στην απόδοση των δικαιωμάτων έρχεται ως φυσική συνέπεια. Είναι κοινό μυστικό ότι υπάρχουν συγγραφείς ή κληρονόμοι συγγραφέων που έχουν να πάρουν δικαιώματα από το 2009. Είναι κοινό μυστικό, επίσης, ότι υπάρχουν εκδότες που πληρώνουν με επιταγές τα δικαιώματα των συγγραφέων και όταν πλησιάσει η ημερομηνία της είσπραξης ειδοποιούν τους συγγραφείς να καθυστερήσουν λίγο να περάσουν από την τράπεζα.

Προκαταβολές και «αέρας»

Και στον χώρο των συγγραφέων υπήρξε η περίοδος των παχιών αγελάδων. Τότε που κάποιοι έπαιρναν «αέρα» αρκετές χιλιάδες ευρώ όταν άλλαζαν εκδότη ή παχυλές προκαταβολές έως ότου γράψουν το πολυπόθητο βιβλίο που περίμενε ο εκδότης, κάτι σαν μηνιαίο μισθό. Δεν ήταν ο κανόνας, ήταν όμως το δέλεαρ για πολλούς νεότερους συγγραφείς να ονειρευτούν ότι μπορούν να ζήσουν από το γράψιμο. Γιατί πάντα υπήρχαν και οι συγγραφείς που βιοπορίζονταν από άλλη επαγγελματική ασχολία. «Δεν γίνεται να μην έχεις καβάτζα επαγγελματική. Εγώ πάντα ζούσα από τα σενάρια. Δεν είχα οικονομικές απολαβές από τα βιβλία και δεν με επηρεάζει η νέα κατάσταση», λέει ο Νίκος Παναγιωτόπουλος και προσθέτει: «Το πρόβλημα είναι όμως ότι η κρίση επηρέασε από τη μια μέρα στην άλλη τη βιοποριστική μου δουλειά, αφού δεν γυρίζονται σίριαλ, δεν γράφονται σενάρια. Πολλοί συγγραφείς επιβίωναν δουλεύοντας περιφερειακά στον χώρο του βιβλίου, ως επιμελητές, μεταφραστές, συνεργάτες εντύπων κ.λπ. Δεν υπάρχει όμως ούτε αυτό πια».

Στους συγγραφείς που ζούσαν από τη δουλειά τους και η Νίκη Αναστασέα, για χρόνια βιβλιοπώλις, διορθώτρια και επιμελήτρια. Τώρα ζει από τη σύνταξή της, περίπου 600 ευρώ. «Ευτυχώς έχω δικό μου σπίτι». Και παραδέχεται ότι τα βιβλία της ήταν ένα βοήθημα. «Δηλαδή πλήρωσα την εφορία εκείνη τη χρονιά, μη φανταστείς τίποτα περισσότερο». Και η Μάρω Δούκα, που επίσης βιοπορίστηκε ως επιμελήτρια για πολλά χρόνια, λέει: «Ποτέ δεν υπολόγισα ότι γράφοντας ένα βιβλίο θα έχω συγγραφικά δικαιώματα. Είχα ως πρότυπα συγγραφείς που είχαν άλλο επάγγελμα. Ο Κοτζιάς ή ο Φραγκιάς ήξεραν ότι θα ζήσουν είτε από τις μεταφράσεις είτε από τη δημοσιογραφία. Δεν περίμεναν από τα βιβλία. Οταν έρθει η στιγμή που εισπράττεις κάποια χρήματα, το θεωρείς ευλογία».

Ο χώρος του βιβλίου είναι από εκείνους που έχουν πληγεί περισσότερο στον πολιτισμό. Οι συγγραφείς πιέζονται πολύ, αφού είναι μέρος μιας αλυσίδας που ήδη δυσλειτουργεί. Και όπως λέει ένας εκδότης, σύντομα, βιβλία θα βγάζουν εκείνοι που θα πληρώνουν τον εκδότη κι εκείνοι που δεν θα πληρώνουν μεν, αλλά δεν θα εισπράττουν ποτέ δικαιώματα!

Η κακή σχέση μεταξύ εκδοτών – βιβλιοπωλών

Είναι φανερό, πάντως, και στη διάρκεια αυτού του ρεπορτάζ ότι το τελειωτικό χτύπημα στην αλυσίδα του βιβλίου το έδωσαν οι ασυνεπείς βιβλιοπώλες. Η Ρέα Γαλανάκη επιμένει πολύ στην κακή σχέση εκδοτών – βιβλιοπωλών, που έχει αλλάξει το τοπίο της διακίνησης των βιβλίων, και δηλώνει ότι δεν έχει κανένα παράπονο από τον εκδότη της: «Υπάρχει μια διαταραχή στη σχέση βιβλιοπωλείων και εκδοτών. Εκτός του ότι δεν αποδίδονται τα χρήματα στους εκδότες, φαίνεται ότι υπάρχει και μια αλλαγή στον τρόπο διακίνησης των βιβλίων. Δεν θα βρεις το κάθε βιβλίο σε κάθε βιβλιοπωλείο, γιατί υπάρχουν βιβλιοπώλες που χρωστούν πολλά στους εκδότες και δεν τους τροφοδοτούν με νέα βιβλία. Αυτό είναι μία διαταραχή. Ακούω ότι οι εκδότες δίνουν βιβλία με αντικαταβολή. Υπάρχει μεγάλο ποσοστό επιστροφών που είχαν από παλιά οι βιβλιοπώλες στα μαγαζιά τους. Εχω την αίσθηση ότι ανταλλάσσονται με τις νέες εκδόσεις. Αυτό είναι εις βάρος των συγγραφέων που δεν έχουν στην αγορά νέο βιβλίο και “καίγονται”».

Κανείς από τους συνομιλητές μου δεν κρύβει ότι παλαιότερα τα πράγματα ήταν από άνετα έως ανθηρά, σε κάποιες περιπτώσεις.«Παλιότερα μπορούσες να αυτοσυντηρηθείς από τα βιβλία σου και να ζήσεις αρκετά καλά. Ιδιαίτερα τη χρονιά που είχαμε νέο βιβλίο», λέει με την ευθύτητα που τη χαρακτηρίζει η Ρέα Γαλανάκη. Πέρα από αυτό, υπήρχαν περίοδοι που τα έντυπα ζητούσαν διαρκώς συνεργασίες από τους συγγραφείς, επ’ αμοιβή βέβαια. Και όσοι είχαν τη δυνατότητα να κάνουν και μεταφράσεις δεν κρύβουν ότι έζησαν πολύ καλές μέρες.

Ρωτάω τη Ρέα Γαλανάκη για τις προκαταβολές και σπεύδει να μου διευκρινίσει με χιούμορ ότι ουδέποτε πήρε προκαταβολή από εκδότη. «Φοβόμουν μην πάθω κάτι και δεν μπορέσω να γράψω. Δεν θέλω να χρωστάω».

Υπάρχει ελπίδα σ’ αυτή την κατάσταση; Η Ρέα Γαλανάκη την εντοπίζει στην επαφή της με εκπαιδευτικούς και μαθητές στα σχολεία της χώρας: «Σ’ αυτή την κατάσταση που δεν έχω εισοδήματα, υπάρχει ένα τρομερό ενδιαφέρον να πάει ο συγγραφέας να κουβεντιάσει σε βιβλιοθήκες, σε σχολεία, σε σεμινάρια στο πανεπιστήμιο. Αυτά δεν σημαίνουν κέρδος, αλλά σημαίνουν ένα ζωντανό ενδιαφέρον για το βιβλίο, μια προσπάθεια για τη φιλαναγνωσία, και μέσω αυτών των εκδηλώσεων αισθάνεσαι συγγραφέας».

Ελπίζοντας στις τιμητικές

Μικρή χώρα η Ελλάδα, μικρή και η κοινότητα των συγγραφέων. «Δεν είναι περισσότεροι από 2.000 οι ενεργοί συγγραφείς που έχουν φορολογητέα έσοδα από το έργο τους στην Ελλάδα», σύμφωνα με υπόμνημα που κατέθεσε πρόσφατα η Εταιρεία Συγγραφέων στο υπουργείο Οικονομικών. Κάποιοι, όσο περνούν τα χρόνια, δεν έχουν ούτε τα στοιχειώδη. Γι’ αυτές τις περιπτώσεις δημιουργών η Πολιτεία θέσπισε τις τιμητικές συντάξεις, «θεσμός που επιβραβεύει δημιουργούς με “διακεκριμένη προσφορά” στον πολιτισμό, σύμφωνα με τον νομοθέτη». Αυτή τη στιγμή είναι γύρω στα 800 ευρώ και συζητείται να μειωθεί το ποσόν γύρω στα 720, «μια σύνταξη αξιοπρεπής υπό τις παρούσες συνθήκες», λέει ο συγγραφέας Γιώργος Ξενάριος, εισηγητής για τις τιμητικές συνταξιοδοτήσεις.

Δεν μας κρύβει ότι τις περασμένες δεκαετίες δίνονταν συντάξεις σε συγγραφείς που σε καμία περίπτωση δεν είχαν «διακεκριμένη προσφορά», αλλά λειτουργούσαν και εκεί οι πελατειακές σχέσεις. Ετσι κι αλλιώς, αυτή η διάταξη για τις τιμητικές συντάξεις ήταν και είναι «ευρύχωρη». Ο νόμος άλλαξε το 2008, για να γίνουν δικαιότερες οι επιλογές. Αυτή τη στιγμή, από τον χώρο της λογοτεχνίας, υποψήφιοι για να λάβουν τιμητική σύνταξη (έχουν προταθεί δηλαδή από την εισηγητική επιτροπή) είναι: ο ποιητής Γιάννης Κοντός, η ποιήτρια και μεταφράστρια Μαρία Λαϊνά, ο ποιητής και κριτικός Νίκος Λάζαρης, η πεζογράφος Νατάσα Κεσμέτη, η πεζογράφος Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου και η πεζογράφος Λίλλυ Εξαρχοπούλου.