ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αμστερνταμ, η φλόγα στο Ράικς άναψε ξανά

Ενα από τα λιγότερο γνωστά έργα που εκτίθενται στο περίφημο Μουσείο Ράικς (Rijksmuseum) του Αμστερνταμ, το οποίο άνοιξε ξανά τις πύλες του στο κοινό ύστερα από μία δεκαετία, είναι το πορτρέτο του Γουλιέλμου του Τρίτου, πρίγκιπα της Οράγγης, φιλοτεχνημένο από τον Γκόντφριντ Σάλκεν (1643-1706): ο ηγεμόνας κρατάει ένα αναμμένο κερί· το πρόσωπό του φωτίζεται αποκλειστικά και μόνον από τη φλόγα – το μοναδικό φως που χρησιμοποίησε κατά τη δημιουργία του έργου ο Σάλκεν, από τους πιο διάσημους μαθητές του Ρέμπραντ. Δεν είναι μόνον η τεχνοτροπία, η αισθητική που αιχμαλωτίζει το βλέμμα του θεατή, αλλά και ο συμβολισμός του έργου: ο ηγεμόνας φέρει τη φλόγα με την οποία φωτίζει έναν σκοτεινό κόσμο – όμως η φλόγα του κεριού δεν κρατάει για πάντα. Η εξουσία έχει την αίγλη της, μα και αυτή λιώνει σιγά σιγά και σβήνει.

Οπως ειπώθηκε στην αρχή, έως πριν από λίγες εβδομάδες δεν είχαμε πρόσβαση στο μικρό αυτό αριστούργημα – όπως και στα 8.000 άλλα έργα ζωγραφικής, σχέδια, γκραβούρες, φωτογραφίες και αντικείμενα που φιλοξενούνται στο Ράικς. Χρειάστηκε να περάσουν δέκα ολόκληρα χρόνια για να επαναλειτουργήσει, γι’ αυτό και τα εγκαίνιά του, στις 13 Απριλίου, γιορτάστηκαν με κάθε επισημότητα.

Επισκεφθήκαμε το Ράικς δύο μόλις ημέρες μετά τα εγκαίνια, και το μουσείο έμοιαζε να γιορτάζει ακόμα. Η επιστροφή του στην πλούσια πολιτιστική καθημερινότητα του Αμστερνταμ έφερε μεγάλη ευφορία τόσο στους ξένους επισκέπτες όσο και στους κατοίκους της ολλανδικής πόλης. Γι’ αυτό και η κοσμοσυρροή· ειδικά οι ουρές στα ταμεία ξεπερνούσαν κάθε προσδοκία. Ωστόσο, δεν δοκιμάστηκε η υπομονή μας. Η καλή οργάνωση του μουσείου εξασφάλιζε μια κάπως γοργή κίνηση, οπότε, αφού πληρώσαμε δεκαπέντε ευρώ το άτομο, σύντομα βρεθήκαμε εντός των εκθεσιακών χώρων.

Μεταμόρφωση

Οπως μας είπαν οι υπεύθυνοι του μουσείου, οι αλλαγές που έχουν γίνει ήδη, από την κεντρική είσοδο έως τις αίθουσες των τεσσάρων ορόφων και των ογδόντα γκαλερί που το απαρτίζουν, είναι δραστικές. Η αλήθεια είναι ότι σπάνια ένα εθνικό μουσείο πέρασε από μια τέτοια, ολοκληρωτική θα λέγαμε, μεταμόρφωση, τόσο σε ό,τι αφορά το κτιριακό μέρος όσο και την παρουσίαση των συλλογών του. Το ισπανικό αρχιτεκτονικό γραφείο Cruz y Ortiz Architectos ανέλαβε το δύσκολο έργο να «μεταφέρει» ένα ογκώδες κτίριο του 19ου αιώνα στον πιο ελλειπτικό, «στεγνό» 21ο, σχεδιάζοντας μια φωτεινή, άνετη είσοδο, ένα νέο «Ασιατικό Περίπτερο», ενώ παλαιότερες γκαλερί φρεσκαρίστηκαν. Σε ό,τι αφορά την αναστήλωση και ανακαίνιση, ο Ολλανδός αρχιτέκτονας Βαν Χούγκεβεστ αποκατάστησε σε μεγάλο βαθμό τα σχέδια και την εσωτερική διακόσμηση που είχε σχεδιάσει ο αρχικός δημιουργός του κτιρίου, ο αρχιτέκτονας Πιερ Σαϊπέρ, ενώ, τέλος, ο Παριζιάνος αρχιτέκτονας Ζαν-Μισέλ Βιλμότ σχεδίασε εκ νέου τον εσωτερικό διάκοσμο των εκθεσιακών χώρων, πετυχαίνοντας μια αρμονική σύζευξη της πληθωρικής, μεγαλόπρεπης αισθητικής του 19ου αιώνα με το πιο αυστηρό, μινιμαλιστικό σύγχρονο ντιζάιν.

Οι μεγάλες αλλαγές όμως δεν αφορούν μονάχα το αρχιτεκτονικό μέρος. Εχει ακολουθηθεί νέα φιλοσοφία και στο εκθεσιακό μέρος. Ετσι, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε με το παλαιό Ράικς, οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να ακολουθήσουν χρονολογική παρουσίαση των εκθεμάτων, τα οποία καλύπτουν περίπου οκτακόσια χρόνια ολλανδικής ιστορίας και πολιτισμού.

Και νέα αποκτήματα

Πάντως, στη διάρκεια αυτής της δεκαετούς μεταμόρφωσης του Ράικς, το μουσείο ως οργανισμός δεν παρέμεινε παθητικός: περίπου εκατό νέα έργα αποκτήθηκαν, πίνακες, έπιπλα, φωτογραφίες, φιλμ και σύγχρονες εγκαταστάσεις του 20ού αιώνα αποτελούν σε γενικές γραμμές το νεοαποκτηθέν υλικό. Ενδεικτικά αναφέρουμε δύο πίνακες των Χέριτ Μπερκχέιντε και Γιαν Στίιν, από τον «χρυσό» 17ο αιώνα της Ολλανδίας, καθώς επίσης μία σπάνια λευκή πολυθρόνα του 1923, σχέδιο του Ολλανδού ντιζάινερ και αρχιτέκτονα Χέριτ Ρίτβελντ, και δύο δίμετρα γλυπτά που αναπαριστούν μυθικούς πολεμιστές από την Ιαπωνία, έργα του 14ου αιώνα. Στο σημείο αυτό, να σημειώσουμε την εξαιρετική αισθητική που χαρακτηρίζει το «Ασιατικό Περίπτερο», νέα προσθήκη, όπου συγκεντρώνονται υπάρχοντα έργα του μουσείου από την Κίνα, την Ιαπωνία, την Ινδονησία, την Ινδία, το Βιετνάμ και την Ταϊλάνδη, τα οποία χρονολογούνται από το 2000 π.Χ. (συνολικά εκτίθενται 350 έργα).

Γενικά, δεν έχουμε εμπειρία από την προηγούμενη κατάσταση ώστε να κάνουμε τις απαραίτητες συγκρίσεις, αλλά ο αέρας της αλλαγής είναι διάχυτος παντού. (Μονάχα ένα έργο επέστρεψε στην πρότερη θέση του: η θρυλική «Νυχτερινή Περίπολος» του Ρέμπραντ.)

Οταν ρωτήσαμε τους υπεύθυνους του γραφείου Τύπου ποιες μέρες το Ράικς είναι κλειστό, λάβαμε μια ενδιαφέρουσα απάντηση: Παραμένει ανοιχτό 365 μέρες τον χρόνο. Ακόμα και τα Χριστούγεννα, ακόμα και την Πρωτοχρονιά.

Ρέμπραντ και Βερμέερ κυριαρχούν στον «χρυσό αιώνα» των Ολλανδών

Ο επισκέπτης του Ράικς ταξιδεύει γραμμικά στην ολλανδική ιστορία και τέχνη, από τον Μεσαίωνα ώς τις μέρες μας. Εννοείται ότι το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στον λεγόμενο «χρυσό αιώνα» της ολλανδικής τέχνης, με άλλα λόγια, στον ένδοξο 17ο αιώνα, περίοδο κατά την οποία η Ολλανδία ζούσε τη δική της αίγλη ως παγκόσμια εμπορική και στρατιωτική δύναμη, μία αποικιοκρατική αυτοκρατορία στους κόλπους της οποίας θα αναδειχθούν μερικοί από τους πιο διάσημους, από τους κορυφαίους ζωγράφους στην ιστορία της τέχνης.

Το μεγάλο βάρος στην περίοδο αυτή δίνεται και από το κοινό που συγκεντρώνεται και στέκεται επί σειρά ωρών μπροστά από τα έργα των Φρανς Χαλς, Γιαν Στίιλ, Γιοχάνες Βερμέερ και, βέβαια, Ρέμπραντ. Στο Ράικς, κυριαρχεί λοιπόν η Αίθουσα των Τιμών, όπου περιλαμβάνονται έργα αυτής της περιόδου, με πιο εμβληματικό βέβαια τη «Νυχτερινή περίπολο» (1642) του Ρέμπραντ. Κοντά σε αυτό, ξεχωρίζουν και άλλα αριστουργήματα, όπως μια νεανική αυτοπροσωπογραφία του Ρέμπραντ (1628-29), βυθισμένη στο ημίφως, καθώς επίσης η «Υπηρέτρια που χύνει το γάλα» (1660) και η «Εβραία νύφη» (1665-69) του Βερμέερ.

Ενα άλλο συγκλονιστικό έργο του Ρέμπραντ που μπορεί να θαυμάσει στο Ράικς ο επισκέπτης είναι ο «Ιερεμίας που θρηνεί την καταστροφή της Ιερουσαλήμ» (1630), επίσης πρώιμο έργο μοναδικής δύναμης, όμως και ωριμότητας.

Ανάλογα, θαυμάσαμε το «Ψάρεμα των ψυχών» (1614) του Αντριεν Πίτερτς βαν ντε Βένε (Adriaen Pietersz van de Venne, 1580-1662), μία αλληγορία πάνω στις συγκρούσεις ανάμεσα στις διάφορες θρησκευτικές επικυριαρχίες κατά τη διάρκεια της Δωδεκαετούς Ανακωχής ανάμεσα στην Ολλανδική Δημοκρατία και την Ισπανία. Στο έργο διαφαίνεται η επικράτηση των διαμαρτυρομένων, κάτω από ένα επιβλητικό ουράνιο τόξο, έναντι των καθολικών, που βρίσκονται στην αντίπερα όχθη: οι ψυχές που «ψαρεύουν» οι διαμαρτυρόμενοι είναι κατά τι περισσότερες από εκείνες που καταφέρνουν να «ψαρέψουν» οι καθολικοί (παρά την παρουσία και του Πάπα, μικρή αλλά κομβικής σημασίας λεπτομέρεια στον πίνακα). Οι πολιτισμικές υποδηλώσεις εδώ, ο τρόπος με τον οποίο η θρησκεία παύει να αφορά μόνο ζητήματα πίστης και μετατρέπεται σε συλλογική, πολιτισμική εγγραφή, είναι κάτι παραπάνω από έντονη σε αυτό το όχι και τόσο γνωστό, μάλλον, έργο.

Καθημερινές στιγμές

Πάνω απ’ όλα, όμως, η μεγάλη ολλανδική τέχνη βρίσκει την αποθέωσή της σε εκείνες τις φαινομενικά ασήμαντες, ταπεινά ρεαλιστικές εκ πρώτης όψεως, στιγμές καθημερινού βίου, όπως αυτή που αποτυπώνει ο Βερμέερ με την κοπέλα που χύνει το γάλα μέσα σε μία κούπα. Το ίδιο και με το έργο του Βερμέερ «Γυναίκα που διαβάζει ένα γράμμα» (1663) ή το «Καθήκον της μητέρας» (1658-1660) του Πέτερ ντε Χουτς.

«Συνηθισμένες χειρονομίες και αντικείμενα που εκλαμβάνουμε ως αυτονόητα», γράφει ο Βρετανός ιστορικός και ιστορικός τέχνης Simon Schama σε μια εξαιρετική «αυτοψία» του Ράικς στους Financial Times (29.3), «τα οποία όμως φορτίζονται έντονα από το υψηλό. Εδώ, στις Κάτω Χώρες, η μετάβαση του ιερού από το θρησκευτικό στο κοσμικό πραγματοποιήθηκε με τον πλέον δραματικό τρόπο».