ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Μπράιαν Φέρι επιστρέφει στις πηγές της τζαζ

Οι Roxy Music, το βρετανικό συγκρότημα που γνώρισε μεγάλη επιτυχία τη δεκαετία του ’70, έκτισε το κοινό του –και έχασε ένα μέρος του– δημιουργώντας και κατόπιν διαψεύδοντας προσδοκίες. Με ένα μουσικό σύνολο που περιλάμβανε κιθάρα, μπάσο και ντραμς, τα χαρακτηριστικά όργανα της ροκ, τον πρωτοπόρο της ηλεκτρονικής μουσικής Μπράιαν Ινο, αλλά και τον Αντι Μακέι που έπαιζε φλογέρα, όμποε και σαξόφωνο, οι Roxy Music συχνά έδιναν μια φουτουριστική λάμψη σε παραδοσιακές μορφές τραγουδιών.

Ωστόσο, η κινητήρια δύναμη του συγκροτήματος ήταν ο Μπράιαν Φέρι, ο βασικός τραγουδοποιός και τραγουδιστής του γκρουπ. Ο Φέρι ακολούθησε σόλο καριέρα, παράλληλα με τους Roxy Music και μετά τη διάλυση του συγκροτήματος, το 1983 (χωρίς να υπολογίζουμε τις περιοδείες «επανένωσης»). Θέλοντας να εορτάσει κατά κάποιο τρόπο τα σαράντα χρόνια της διαδρομής του ως συνθέτης και ερμηνευτής, ο 67χρονος Φέρι ηχογράφησε τον δίσκο «The Jazz Age», ένα είδος μουσικής ρετροσπεκτίβας.

Τέσσερις δεκαετίες

Στο νέο cd περιλαμβάνονται πολλά γνωστά τραγούδια του, από τις πρώιμες επιτυχίες των Roxy Music, όπως το «Virginia Plain» και «Do the Strand», μέχρι πρόσφατη σόλο δουλειά του, όπως το «Reason or Rhyme» από το άλμπουμ «Olympia» (2010). Υπάρχει όμως μία σημαντική ιδιαιτερότητα. Ο Φέρι και ο πιανίστας Κόλιν Γκουντ ενορχήστρωσαν τα τραγούδια σε στυλ τζαζ του ’20, ένα μουσικό είδος που είχε γοητεύσει τον Φέρι από τα παιδικά του χρόνια στο Τάιν εντ Γουέαρ, στη βόρεια Αγγλία.

Εχει επισκεφθεί και άλλοτε αυτόν τον κόσμο, στο «As Time Goes By», μια συλλογή γνωστών κομματιών ενορχηστρωμένων σε στυλ 1930. Ο Μπράιαν Φέρι τραγούδησε σε αυτόν τον δίσκο, ωστόσο στο «The Jazz Age», που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες, η Bryan Ferry Orchestra δίνει μόνο ινστρουμένταλ εκδοχές των τραγουδιών. Είναι παράδοξο εγχείρημα για έναν διάσημο τραγουδιστή, όμως ο στόχος του Μπράιαν Φέρι ήταν να ρίξει τον προβολέα στις συνθέσεις του.

Σε μια πρόσφατη επίσκεψή του στη Νέα Υόρκη, συζητήσαμε για το νέο του άλμπουμ. Είναι γνωστό ότι ήθελε από καιρό να κάνει έναν δίσκο ινστρουμένταλ, γιατί όμως κατέληξε στο στυλ της τζαζ του 1920; Εξέτασε άλλες προσεγγίσεις; «Ναι, βέβαια. Πριν από δύο-τρία χρόνια μπορεί να έκανα τον δίσκο με συμφωνική ενορχήστρωση, με έγχορδα.

Ομως, τα τελευταία χρόνια άκουσα πολύ Λούις Αρμστρονγκ και Ντιουκ Ελινγκτον. Αυτές ήταν οι κύριες πηγές έμπνευσης. Το στυλ Αρμστρονγκ είναι περισσότερο για σολίστες, που παίζουν μια γήινη, αυτοσχεδιαστική μουσική· το στυλ του Ελινγκτον είναι πιο εκλεπτυσμένο. Σε μερικά από τα τραγούδια, λοιπόν, στοχεύσαμε σε αυτό το είδος ήχου. Σε άλλα επιδιώξαμε ένα πιο βασικό αίσθημα, ένα πλησίασμα στον ήχο της Νέας Ορλεάνης».

Επιστροφή στις πηγές

.Είναι αλήθεια ότι αυτό το στυλ το συνάντησε όταν ήταν παιδί; «Το 1955 ήμουν δέκα ετών και τότε ήταν που άρχισα να ακούω τζαζ της Νέας Ορλεάνης. Εκανα διανομή εφημερίδων πριν και μετά το σχολείο, και έπεφταν στα χέρια μου εκείνα τα περιοδικά τζαζ –Melody Maker, Jazz Monthly και άλλα– που τα διάβαζα λαίμαργα, μαθαίνοντας για τη μουσική. Δεν μπορούσα να αγοράζω και πολλούς δίσκους, ακουγόταν όμως τζαζ στο ραδιόφωνο. Ηθελα να φτάσω στις πηγές, στον Αρμστρονγκ και στους άλλους. Κατέληξα να γίνω μεγάλος θαυμαστής του Τσάρλι Πάρκερ, του Ορνέτ Κόλμαν. Και της Μπίλι Χόλιντεϊ. Ποτέ δεν κουράζομαι να την ακούω».

Ο δίσκος έχει μια ποιότητα ήχου που θυμίζει παλιές ηχογραφήσεις τζαζ. Είναι κάτι που επεδίωξαν ηθελημένα στην παραγωγή του άλμπουμ; «Οπωσδήποτε. Θελήσαμε να ακούγεται σαν παλιός δίσκος εκείνης της περιόδου, χωρίς υπερβολές όμως, γιατί σκεφτήκαμε ότι ο κόσμος δεν θα ήθελε να ακούσει τα κομμάτια αν το αποτέλεσμα ήταν πολύ θαμπό. Χρησιμοποιήσαμε vintage μικρόφωνα και βάλαμε όλους τους μουσικούς να παίζουν μαζί, στο ίδιο δωμάτιο. Ηταν τελικά πολύ διασκεδαστικό να κάνουμε τα κομμάτια να ακούγονται σαν παλιός δίσκος».

Στιχουργική αναφορά στον Κόουλ Πόρτερ

Το άλμπουμ ξεκινά με το «Do the Strand», το πρώτο τραγούδι στο «For Your Pleasure», για το οποίο ο Μπράιαν Φέρι έχει πει ότι είναι το αγαπημένο του άλμπουμ των Roxy Music. Σημαίνει κάτι αυτό; «Ηταν το τραγούδι με το οποίο συνήθως κλείναμε τις συναυλίες. Ενα ασυνήθιστο τραγούδι, με αισιόδοξο ρυθμό, ενώ πολλά από τα άλλα τραγούδια ήταν μελαγχολικά. Και ήταν μια δική μου αναφορά στον Κόουλ Πόρτερ, στιχουργικά. Εκείνος έγραφε για πράγματα επίκαιρα, χρησιμοποιούσε αληθινά τοπωνύμια ή ονόματα ανθρώπων. Ακολούθησα κι εγώ αυτό τον δρόμο. Επειδή είναι ένα τραγούδι που βασίζεται στους στίχους, ήταν ενδιαφέρον να το ακούσουμε χωρίς αυτούς. Δίνει μια αίσθηση αγάπης για τη ζωή, όπως αυτή που κυριαρχούσε στη μουσική της δεκαετίας του ’20».