ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ανάγκη πολιτιστικής αναγέννησης

Η συνθέτις Γεωργία Σπυροπούλου καταφέρνει να οικοδομήσει στέρεους δεσμούς ανάμεσα σε αντιθετικά ζεύγη. Εκανε κλασικές σπουδές, αλλά εστίασε τη δουλειά της στη σύγχρονη μουσική γραφή και τη μουσική τεχνολογία. Στα έργα της, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής συμπορεύεται με την ανθρώπινη φωνή και η παράδοση συναντά την πρωτοπορία.

Με βάση το Παρίσι, όπου ζει και εργάζεται από το 1996, αφουγκράζεται τι συμβαίνει στην Ελλάδα και στον κόσμο. Στις 11 Μαΐου θα έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε μερικές από τις πρωτότυπες συνθέσεις της σε μια βραδιά στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών.

Το καλοκαίρι, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, θα παρουσιάσει μία εγκατάσταση βίντεο και ήχου. Με αφορμή την πρώτη της ουσιαστική επαφή με το ευρύ ελληνικό κοινό, η Σπυροπούλου μίλησε στην «Κ».

Στο πρόγραμμα του επόμενου Σαββάτου συμπεριλαμβάνονται τέσσερα συνολικά έργα. Το πρώτο είναι οι «Βάκχες», που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Παρίσι το 2010, μία ανάθεση του Ircam – Κέντρου Πομπιντού. Πρόκειται για μια σόλο όπερα για έναν τραγουδιστή-περφόμερ, με τη συνοδεία μαγνητοταινίας και live electronics. Ο πολυβοκαλίστας Μεντερίκ Κολινιόν επιφορτίζεται με όλους τους ρόλους. Γίνεται εκ περιτροπής Διόνυσος, Πενθέας, Αγγελος, Αγαύη.

Μοναδικό αναγνωριστικό σημείο ταύτισης για κάθε ρόλο, η «φωνητική μάσκα», ένα ρεπερτόριο φωνών και ήχων ξεχωριστό για κάθε πρόσωπο. Τραγουδάει μικρά αποσπάσματα από κάθε χαρακτήρα στα γαλλικά. Το έργο είναι πλήρως βασισμένο στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, και έχει κρατηθεί το αφηγηματικό νήμα.

Τα χορικά είναι καθαρά ηλεκτροακουστικά, που παίζονται μόνον από υπολογιστή. Η τελετή της πυράς των Αναστεναριών και το τελετουργικό μοιρολόι (Νέα Γουινέα, Νήσοι του Σολομώντος, Γη του Πυρός) που χρησιμοποιήθηκαν ως μουσικό υλικό, αποτελούν το «φυσικό περιβάλλον» που γέννησε τις Βάκχες.

Το Brut είναι ηλεκτροακουστικό έργο, που συνέθεσε η Σπυροπούλου για μια εγκατάσταση με θέμα το Ολοκαύτωμα του καλλιτέχνη Michel Nedjar και του συγγραφέα και δραματουργού Allen Weiss.

Η πρωτοτυπία του έγκειται στο ότι το υλικό της σύνθεσης προέρχεται από τα αμερικανικά μπλουζ (Billie Holiday, Odetta) και από ήχους χαμηλής πιστότητας – ηχητικά αντικείμενα δουλεμένα με «πρωτόγονο» τρόπο. Το Saksti είναι ένα έργο για τενόρο σαξόφωνο και ηλεκτρονικούς ήχους, που μοιάζει με μια πάλη ανάμεσα στο μουσικό όργανο και στην ανθρώπινη φωνή.

Το Bouches είναι έργο για γυναικεία φωνή, μαγνητοταινία και live electronics. Πρόκειται για έναν κύκλο φωνητικών κομματιών, αφιερωμένο στον Δημήτριο Στράτο (τραγουδιστής, συνθέτης, στιχουργός, πολυοργανίστας, μουσικός ερευνητής που έκανε διεθνή καριέρα και πέθανε το 1979) και βασισμένο στην ιδέα των μεταμορφώσεων της φωνής.

Ζητούμενο, η συγκίνηση

Ως Ελληνίδα της διασποράς –έφυγε σε νεαρή ηλικία για να ανοίξει τους ορίζοντές της στη μουσική σύνθεση–, η Σπυροπούλου έχει ήδη διανύσει μια μεγάλη πορεία στο εξωτερικό. Θεωρεί ότι η πολιτιστική αναγέννηση που τόσο έχουμε ανάγκη σήμερα δεν θα έρθει από τη συστροφή προς τον εαυτό μας, αλλά από τη γνωριμία και την τριβή με το διαφορετικό, με το ξένο, με το άλλο: «Ούσα μακριά, μπόρεσα να δω την ελληνική παράδοση και τέχνη με μεγαλύτερη διαύγεια, αποφορτίζοντάς τες από ένα υπερβολικό συναίσθημα, που θολώνει την εικόνα.

Δεν εννοώ φυσικά τη συγκίνηση, η οποία είναι πάντοτε το ζητούμενο στην τέχνη, αλλά για ένα είδος ναρκισσιστικής υπερβολής που παραμορφώνει τα πράγματα. Ως Ελληνες έχουμε να δώσουμε στον κόσμο τη δική μας ουσία. Ζούμε όμως σε μια σύγχυση και δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τι είναι δικό μας και πόσο μοναδικό είναι.

Στο εξωτερικό, έχει κανείς την ευκαιρία να πάρει την αναγκαία απόσταση, να έρθει σε επαφή με πολλές αναγνώσεις, με διαφορετικές απόψεις για το ίδιο θέμα. Και από αυτήν την όσμωση, με τον ξένο, θα ξεπηδήσει κάτι καινούργιο. Ενα πρώτο βιολί καταλαβαίνει την αξία του μόνο αν ακούσει και συγκριθεί με ένα άλλο πρώτο βιολί».

Η χώρα μας δεν ανακάλυψε τον εαυτό της

Η Γεωργία Σπυροπούλου συνενώνει θραύσματα από την ελληνική παράδοση με ξένα στοιχεία. Ισορροπεί θαυμαστά σε διαφορετικούς κόσμους, με σεβασμό και γνώση για τα συστατικά τους. Πιστεύει ότι η Ελλάδα τα τελευταία 30 χρόνια ανέβασε το βιοτικό της επίπεδο, αλλά δεν ανακάλυψε –πολιτιστικά– τον εαυτό της, διότι δεν αναβάθμισε την παιδεία: «Ανοιχτήκαμε, ταξιδέψαμε, είδαμε πράγματα. Ζήσαμε, σπουδάσαμε στο εξωτερικό, αποκτήσαμε εμπειρίες. Ομως η Αθήνα δεν είναι ούτε Παρίσι, ούτε Βερολίνο, ούτε Λονδίνο, όπου ξένοι καλλιτέχνες, συνθέτες, εικαστικοί, συγγραφείς θα έρχονταν για να αναζητήσουν την τύχη τους. Συνεπώς, ζήσαμε μόνο τη μία μεριά του νομίσματος. Καλλιτεχνικά, κινηθήκαμε στο δικό μας σύμπαν με κάποιες εισαγωγές απ’ έξω. Δεν είμαστε όμως σε μια παράλληλη πορεία εξέλιξης με την υπόλοιπη Ευρώπη».

Ηρθαν ξένοι στην Ελλάδα. Οικονομικοί μετανάστες και πρόσφυγες. Μάθαμε κάτι από αυτούς; «Είμαι σίγουρη ότι και οι Πακιστανοί που ζουν ανά 10 σε υπόγεια έχουν τραγούδια, μουσική, ιστορίες, τελετουργίες, όπως ακριβώς οι Ελληνες μετανάστες στην Αμερική πήραν μαζί τις πολιτισμικές τους αποσκευές. Απλώς δεν έχουμε σκύψει να ακούσουμε αυτούς τους ανθρώπους. Από παντού μπορούμε να μάθουμε και παντού μπορούμε να καθρεφτιστούμε».

Φέτος η Μασσαλία είναι Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης. Η Σπυροπούλου συμμετέχει στο πρόγραμμα με μία ηχητική βιντεοεγκατάσταση στο Μουσείο Granet στην Aix-En-Provence, την οποία θα παρουσιάσει και στην Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. «Πάντα είχα μεγάλη αγάπη στις εικαστικές τέχνες. Η μητέρα μου ήταν γλύπτρια. Είναι η πρώτη φορά που φεύγω από τα όρια της μουσικής και κινούμαι σε άλλον χώρο δουλεύοντας η ίδια με την εικόνα. Η εγκατάσταση αυτή έχει θέμα τη θάλασσα και τίτλο Ηχογεωγραφία. Είναι μια ποιητική ηχητική γεωγραφία της Μεσογείου. Ταξινόμησα το υλικό σε οικογένειες ήχων: φυσικούς (θάλασσα, αέρας, πουλιά, τζιτζίκια), μηχανικούς (μηχανές και αλυσίδες πλοίων), ηχητικά σήματα (Μορς, σειρήνες πλοίων) αλλά και αυτούς της ανθρώπινης φωνής (τραγούδια και επιφωνήματα). Ολα αυτά συντίθενται από τον υπολογιστή σε πραγματικό χρόνο. Η σύνθεση αυτή αλλάζει επ’ άπειρον και εξελίσσεται καθώς μπορώ να προσθέτω συνεχώς και νέους ήχους. Η Ηχογεωγραφία είναι μια πτήση, ένα ταξίδι, ένα φανταστικό ζοομ στη Μεσόγειο, στις χώρες της και στους ήχους τους».