ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων;

ΟΜΗΡΟΣ

Ιλιάδα

σκηνοθ.: Στάθης Λιβαθινός

θέατρο: Πειραιώς 260 (χώρος Δ)

Φεστιβάλ Αθηνών

Του τη χρωστούσαμε. Του Ομήρου. Οποιος κι αν ήταν αυτός. Μας τη χρωστούσανε, των συμπατριωτών του. Οποιοι κι αν έχουμε γίνει. Υστερα από τόσες αλλόγλωσσες απόπειρες σε θέατρα του κόσμου, μια «Ιλιάδα» 24 ραψωδιών, συγγενικής λαλιάς, σ’ ελληνική σκηνή και πάνω στην ώρα της, μας τη χρωστούσανε! Σύνδρομο ελληνοφροσύνης; Απλή συνειδητοποίηση, πόσο έχουμε αποξενωθεί απ’ όσα περιέχουμε και μας ορίζουν, πόσο αφήνουμε να φεύγουν από εμάς, τα έπη μας. Οι δικές μας βέδες, τα δικά μας Γκιλγκαμές και οι Μαχαμπαράτες.

Ο Στάθης Λιβαθινός, κυοφορώντας με τους θαυμαστούς συνεργάτες του επί εννέα μήνες αυτή την τολμηρή, πεντάωρη παράσταση, κάνει λόγο για «χρεία ειδικής, εθνικής εκπαίδευσης –δίχως ρήματα, υποκείμενα κ.λπ.– για κείμενα όπως η Ιλιάδα» και ό,τι μας προσφέρει είναι η επιβεβαίωση. Το κοινό νιώθει να μαθητεύει απ’ την αρχή στο ομηρικό έπος, στην αποστομωτική του επικαιρότητα, στην ποίηση του λόγου του, στη συνταρακτική αλήθεια των περιγραφών του, στην αγριότητα, στη συγκίνηση, στην ορμή, στο χιούμορ, στις μεγαλοσύνες και τις αφροσύνες των ηρώων του, στην αναιδή, μεγαλοφυή και δραματοτόκο εξομοίωση θεών και ανθρώπων και σε πολύ περισσότερα από αυτά, που επειδή δεν περιγράφονται είναι αυτά που είναι.

Πάνω στη βραβευμένη μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη, με συνεργάτιδα στη διασκευή και σκηνική προσαρμογή την Ελσα Ανδριανού και τον θίασο (λόγος σπαρταριστός και εμφανώς δουλεμένος στη πράξη), με τον Στρατή Πασχάλη σύμβουλο στη δραματουργία, την Ελένη Μανωλοπούλου στα τολμηρά, έμβια σχεδόν, κοστούμια και σκηνικά στοιχεία, με τον Λάμπρο Πηγούνη στα γεμάτα οικείες συγχορδίες και θραύσματα λαϊκής μνήμης θρηνητικά, μουσικά κύματα, ηχητικές κορυφώσεις, ξεσπάσματα και ζωντανά κρουστά (Μανούσος Κλαπάκης), με θαυμαστή κίνηση κι ακριβέστατες μονομαχίες διδαγμένες από τον μάχιμο μοναχό Σαολίν Σι Μιάο Τζιε (επιμέλεια, Pauline Huguet) και με ομιλούντες σχεδόν φωτισμούς από τον Αλέκο Αναστασίου, στήθηκαν 300 λεπτά ζωντανό, θεατρικό, ταξιδευτικό, συναρπαστικό απαύγασμα από το έπος της «Ιλιάδας», που μας εμπεριέχει και μας κατοπτρίζει μέχρι απελπισίας. Ως άτομα, συνομοταξίες, νοοτροπίες, κοινωνία, λαό.

Οι 15 ταγμένοι ηθοποιοί (ραψωδοί, αφηγητές, ζογκλέρ, μίμοι, μονομάχοι) αντάλλαξαν το ραβδί του (τυφλού συνήθως) ραψωδού με τα περιστρεφόμενα, περισκοπικά ραβδιά των πολεμικών τεχνών και της θεατρικής μαγείας. Μεταμόρφωσαν λάστιχα αυτοκινήτων σε όπλα, καθίσματα, θώκους, κρυψώνες, κλίνες, αιώρες. Κοινές καρέκλες και τραπέζια σε πολιορκητικούς κριούς, μέσα αναρρίχησης και πτώσης, οχήματα θαυμάτων και άρματα. Εναν λάκκο με νερό σε θάλασσες, πηγές και ποταμούς. Τίποτε νέο ή πρωτόφαντο. Στάιν, Μνούσκιν, Μπρουκ, Στρέλερ κ.ά. έχουν εξαντλήσει από χρόνια τα θέματα. Ομως όλα ήταν λειτουργικά, αφομοιωμένα, άψογα δουλεμένα, φυσιολογικά μέχρις αυθεντικότητας. Οι όποιες επαναλήψεις ακολουθούσαν γνωστές, ομηρικές τεχνικές. Λειτουργούσαν δηλαδή σαν κομβικά, καθοδηγητικά θέματα και μοτίβα. Η ακαταπόνητη ορμή του εξαίρετου θιάσου, η συλλογική ευλάβεια προς το κείμενο, αλλά και η άνεση απέναντί του, το κέφι, τα ευρήματα, οι τέλεια συντονισμένοι, σωματοποιητικοί ήχοι, τα νεύματα, ο θαυματοποιητικός χειρισμός των ρούχων, ο μεταμορφωτικός οίστρος στους 39 ρόλους, ελάχιστος κατάλογος συλλογικών εγκωμίων σε μια παράσταση συνόλου.

Πλην του κεντρικού ενορχηστρωτή Λιβαθινού, ο οποίος συνέλαβε, οργάνωσε, ενέπνευσε και δίδαξε αυτό το θεατρικό πείραμα πάνω σε ηρωισμό, θυμό, πένθος, έρωτα, φιλία, ήττα, εμφύλιο μίσος τότε και τώρα με όχημα την «Ιλιάδα», θα θυμάμαι αυτόν τον θίασο για καιρό όπως και μονάδες σαν τον Δημήτρη Ημελλο (στιβαρός, ξεροκέφαλος, τρωτός και μοιραίος –Ελλην– αρχηγός Αγαμέμνων, απολαυστικά κωμικός Ηφαιστος), τον Γιώργο Χριστοδούλου (αψίκορος, απόλυτος, αδίστακτος και απρόβλεπτα σπλαχνικός Αχιλλέας), τον Αρη Τρουπάκη (εξιδανικευμένος μακελευτής, ερασιθάνατος ήρωας Εκτωρ), την Αμαλία Τσεκούρα (σπαρακτική Ανδρομάχη, ακαταμάχητη και κωμική Ηρα), τον Βασίλη Ανδρέου (μοιραίος Χρύσης, γήινος Πρίαμος, έκτακτος Απόλλων) ή, τέλος, την αρχιραψωδό Μαρία Σαββίδου, που ως Μοίρα, Θέτις ή Εκάβη, μπροστάρισσα στη μάχη και στα προφητέματα, θεϊκή ή θνητή μητέρα, ειρωνική ή ψυχρή σαν ιστορία, πάντοτε όμως σαν αρχαία βελανιδιά, μάζεψε στον θεατρικό της ίσκιο Τρώες, Αχαιούς και νεοέλληνες μνημονεύοντας απαράμιλλα ως επιμύθιο αυτό που όλοι τρέμουμε: Τους Τρώες του Καβάφη.