ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Το αυθεντικό θα φέρει την αλλαγή»

Από την Αθήνα στην Πάτρα, τη Λάρισα, την Αρτα και την Κρήτη, πίσω στη Μαλακάσα και από εκεί στις πλαγιές του Ελικώνα, τη Φλώρινα και το Ελατοχώρι Πιερίας, ξανά στο Μαρούσι για μία από τις καλύτερες -κατά τη σύμφωνη γνώμη κοινού και μουσικών- συναυλίες της περιοδείας, αργότερα στη Χαλκιδική, τη Γορτυνία, το Καρπενήσι… Δέκα μουσικοί και πέντε τεχνικοί συνοδεύουν τον Θανάση Παπακωνσταντίνου σε αυτή την περιπλάνηση από τη μία άκρη της χώρας ώς την άλλη, που ξεκίνησε στις αρχές Ιουνίου και ολοκληρώνεται στις 13 Σεπτεμβρίου. Το μέγεθος της ομάδας καθιστά τις μετακινήσεις δύσκολες και οικονομικά δαπανηρές, ύστερα όμως έρχεται η ανταμοιβή: το αισθητικό αποτέλεσμα πάνω στη σκηνή και η συντροφικότητα, που αναπτύσσεται μεταξύ των μελών του σχήματος κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.

Για τον συνθέτη και μουσικό, που περνά τους περισσότερους μήνες του χρόνου σε ένα χωριό αρκετά χιλιόμετρα έξω από τη Λάρισα, γράφοντας τραγούδια, η περιοδεία προσφέρει ένα μικρό αλλά απαραίτητο διάλειμμα: «Επειδή ακριβώς η δημιουργική διαδικασία είναι μοναχική, μετά έχω την ανάγκη να βρίσκομαι με άλλους ανθρώπους», παραδέχεται. Αλλωστε, αν και είναι προϊόντα μοναχικής ενασχόλησης, τα τραγούδια αλλάζουν μορφή όταν δουλεύονται από ολόκληρο το σχήμα, συχνά εκπλήσσοντας και τον ίδιο τον δημιουργό τους, ο οποίος δίνει μεγάλη σημασία στο στοιχείο της έκπληξης και το «μη αναμενόμενο στη μουσική».

Ομως η πολυτιμότερη ανταπόδοση προέρχεται από το κοινό, που τους ακολουθεί πιστά ακόμα και στα πιο απομακρυσμένα ορεινά χωριά, τα ενθαρρυντικά λόγια του κόσμου -«κάποια που είναι τόσο βαθιά και σημαντικά για μένα που δεν τα ξεχνάω ποτέ»- και, κυρίως, εκείνες οι σπάνιες στιγμές της μέθεξης, στο όριο της έκστασης. «Είναι σχεδόν σαν ναρκωτικό, αν το νιώσεις μια φορά το αναζητάς διαρκώς», υποστηρίζει ο τραγουδοποιός, που κάποτε απέφευγε να παίζει μπροστά στο κοινό, θεωρώντας πως «ό,τι είχα να πάρω από τη μουσική, το εισέπραττα τη στιγμή της δημιουργίας», αλλά και επειδή, εξαιτίας της φυσικής του συστολής και της τάσης του να αμφισβητεί τον εαυτό του, τη φωνή του ή τη σκηνική του παρουσία, αισθανόταν «τρομοκρατημένος μπροστά στο πλήθος».

Σήμερα, δηλώνει ότι θα συνεχίσει τις περιοδείες «για όσο μπορώ», ενώ όσο κουρασμένος κι αν είναι απολαμβάνει να συζητά με τον κόσμο μετά κάθε συναυλία, αφενός «γιατί έχω την άποψη ότι η προσωπική σχέση των ανθρώπων είναι ένα πολύ όμορφο τραγούδι» και αφετέρου γιατί απεχθάνεται να συντηρεί ένα μύθο γύρω από το πρόσωπό του. «Βλέπουν, λοιπόν, έναν άνθρωπο, ο οποίος έχει τη λαρισέικη προφορά και τις ανεπάρκειές του, και κατευθείαν διαλύεται ο μύθος», αναφέρει. «Ο μύθος, βέβαια, εξυπηρετεί και τους δέκτες, που είναι από κάτω, αλλά κυρίως αυτούς, που είναι πάνω στη σκηνή. Είναι πολύ βολικό».

Ομως πριν από την ανταλλαγή με το κοινό, μετά τη λήξη μιας συναυλίας προέχει το ξεστήσιμο και το κουβάλημα του εξοπλισμού – εργασίες στις οποίες μετέχει ενεργά, αποζητώντας την ευεργετική «γείωση» μετά τη συναισθηματική φόρτιση της συναυλίας.

Διέξοδο στην τέχνη

Δύο δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του πρώτου του δίσκου, την «Αγία Νοσταλγία», και πλέον με πολυάριθμες περιοδείες στο βιογραφικό του, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου μπορεί να αφουγκράζεται τις διακυμάνσεις στις διαθέσεις, τη συμπεριφορά και τις προσδοκίες του κοινού. Στις μέρες μας, η σημαντικότερη αλλαγή σχετίζεται με την αύξηση της έντασης του πλήθους, την οποία ερμηνεύει ως μία πιθανή ένδειξη πως ο κόσμος αναζητά μια διέξοδο στην τέχνη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της συναυλίας στο ορεινό χωριό Λόφου, έξω από τη Λεμεσό: συνήθως, «οι Κύπριοι, σαν ακροατήριο, δεν είναι εκδηλωτικοί. Στην τελευταία μας εμφάνιση, για πρώτη φορά άκουσα συνθήματα. Αυτό και με συγκίνησε και μου έδειξε ότι ο κόσμος εκεί έχει μεγαλύτερη ανάγκη την τέχνη, ως αποκούμπι και ως εφαλτήριο για να ξεπεράσει τις δυσκολίες του, να βρεθεί με άλλους ανθρώπους και να μπορέσει να κάνει τη ζωή του καλύτερη, τον κόσμο καλύτερο», λέει.

«Βέβαια, δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό, με την έννοια ότι μπορεί να σε αποσπά από την κοινωνική συμμετοχή κάποιες φορές», σπεύδει να προσθέσει. Ως άνθρωπος με έντονες κοινωνικές ανησυχίες προσεγγίζει με επιφύλαξη την αίσθηση της πληρότητας που βιώνει ένας δημιουργός, αφού αναπόφευκτα αμβλύνει τη διάθεση για δράση. Ταυτόχρονα, εκτιμά πως η τέχνη μπορεί να ωφελήσει τον δέκτη: «Κι εγώ λειτουργώ επίσης σαν δέκτης, δεν είμαι μόνο δημιουργός. Η τέχνη μπορεί να οδηγήσει τον δέκτη σε στοχασμό και βαθιά συναισθήματα, που από μόνα τους τον ανεβάζουν σε επίπεδο σαν άνθρωπο. Και όσο ανεβαίνεις σε επίπεδο, τόσο περισσότερο ανασυντάσσεις τις μεγάλες αξίες, όπως είναι η ελευθερία».

Η έμφαση στην αφυπνιστική διάσταση της τέχνης δεν σημαίνει πως η καλλιτεχνική δημιουργία πρέπει να περιορίζεται σε ιδεολογικά καλούπια: «Συνήθως η στρατευμένη τέχνη βλέπει τον άνθρωπο σαν μάζα και τον καθοδηγεί», υποστηρίζει, αναγνωρίζοντας πάντως πως οφείλουμε «σπουδαία πράγματα» σε κάποιους στρατευμένους καλλιτέχνες. «Κατά τη γνώμη μου, η αυθεντικότητα από μόνη της αρκεί για να οδηγήσει τον άνθρωπο σε στοχασμό, ακόμα κι αν δεν έχει άμεση πολιτική χροιά», υπογραμμίζει. «Οταν γίνεται κάτι αυθεντικό αυτό από μόνο του είναι επαναστατικό». Το σημαντικότερο, εν τέλει, είναι να «παραδινόμαστε» στη μουσική, όπως και στις υπόλοιπες μορφές τέχνης. «Η ευφυΐα και η αντίληψη του κόσμου είναι μεγάλη, όταν αφήνεται. Η μουσική σπάει την κρούστα της θυμικότητας, φέρνει στην επιφάνεια ό,τι έχει μέσα του και του το έχουν καταχωνιάσει οι νόρμες, οι κανόνες, οι φόβοι». Απελευθερώνοντας καταπιεσμένες δυνατότητες και καταργώντας τα φράγματα μεταξύ των ανθρώπων, η μουσική θα μπορούσε ίσως να βοηθήσει στη μετατροπή της διάχυτης κοινωνικής οργής όχι σε «αλληλοσπαραγμό», ο οποίος «βολεύει την εξουσία και το σύστημα», αλλά σε «συντροφικότητα και αλληλεγγύη», συνεχίζει. «Ενώ υπάρχουν χιλιάδες καταστάσεις που μας χωρίζουν, μας εκμεταλλεύονται, μας ελέγχουν, υπάρχουν και λίγα πράγματα που μας ενώνουν. Ενα από αυτά είναι η μουσική».

Νότες και εικόνες

Αν και έχει διαγράψει τη δική του αξιόλογη πορεία στον χώρο της μουσικής, ο Κωστής Ζουλιάτης φέτος συμμετείχε για πρώτη φορά σε μια περιοδεία τόσο μεγάλης διάρκειας και έκτασης, παίζοντας πλήκτρα στο σχήμα του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Οταν δεν βρίσκεται επί σκηνής, κρατάει μιας μορφής ημερολογιακή καταγραφή με το κινητό του και τη βοήθεια του Instagram, απαθανατίζοντας συναυλιακά στιγμιότυπα από τα παρασκήνια, τοπία και σκηνές από το ταξίδι και ό,τι άλλο του τραβούσε την προσοχή. Στις μέχρι τώρα αναμνήσεις του από το καλοκαίρι κυριαρχεί ο ενθουσιασμός για την εμπειρία της συνύπαρξης με «ανθρώπους, που έχουν την ίδια ανησυχία και την ίδια αγωνία με σένα, στο να πάνε όλα καλά», όπως και η συμμετοχή του κοινού – «πηγαίνουμε σε διάφορα απίθανα μέρη, στους πιο απομακρυσμένους προορισμούς και ξαφνικά βλέπεις 2.000 άτομα, αλλά απορείς πώς έχουν βρει τον δρόμο να φτάσουν ώς εκεί».

Συνηθισμένος να παρακολουθεί συναυλίες του Θανάση Παπακωνσταντίνου ως ακροατής, πριν αποκτήσει την ιδιότητα του συνεργάτη και τελικά του μέλους της μπάντας, τώρα έχει την ευκαιρία να περιεργαστεί τα πάντα από άλλη σκοπιά. «Νομίζω πως η συμπεριφορά του Θανάση έχει αλλάξει κάπως, με την έννοια ότι έχει προσαρμοστεί στο ήθος μιας συναυλίας. Δηλαδή ότι είναι μια μουσική πρόταση και όχι απλά ένα ξεφάντωμα, αυτό το πιο διονυσιακό που υπήρχε παλαιότερα», υποστηρίζει. «Εχουμε τελειώσει τις τελευταίες συναυλίες με ήσυχο τρόπο, και το κοινό παρότι διψάει για περισσότερη συναυλία, ακολουθεί. Νομίζω πως υπάρχει μια πιο βαθιά επικοινωνία πλέον».

Με τη Μελίνα Κανά

Στις δύο τελευταίες συναυλίες της περιοδείας, τη Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου στο Φράγμα της Θέρμης, στη Θεσσαλονίκη, και την Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη», στον Βύρωνα, στη σκηνή μαζί με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και το δεκαμελές σχήμα, που τον συνόδευσε σε όλη την Ελλάδα, θα βρίσκεται και η Μελίνα Κανά, 15 χρόνια μετά την τελευταία δισκογραφική τους συνεργασία. «Τώρα, που από τον πρώτο δίσκο έχουν περάσει 20 χρόνια, σκέφτηκα να φωνάξω κάποιον συνεργάτη μου, που υπήρξε βασικός στην πρώτη περίοδο της δημιουργικότητάς μου. Το μυαλό μου πήγε κατευθείαν στην Μελίνα», αναφέρει ο συνθέτης και μουσικός.