ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Θύματα διπλής θηριωδίας τη δεκαετία του ’30

ΜΑΝΕΣ ΣΠΕΡΜΠΕΡ
Η καμένη βάτος, δάκρυ στον ωκεανό
εκδ. Καστανιώτης

Η ιστορία των Γερμανών κομμουνιστών που, στη δεκαετία του ’30, βρέθηκαν εγκλωβισμένοι ανάμεσα στις σταλινικές εκκαθαρίσεις και στον χιτλερικό τρόμο είναι από τις πιο τραγικές του εικοστού αιώνα. Παλαιοί σπαρτακιστές, σύντροφοι της Λούξεμπουργκ, νεότεροι αγωνιστές, εργάτες ή διανοούμενοι, υπήρξαν θύματα διπλής θηριωδίας, τόσο στα κολαστήρια της Γκεστάπο όσο και σε εκείνα της Γκε Πε Ου, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί αλλά και του Στάλιν.

Πολλοί γλίτωσαν από την Γκεστάπο για να βρουν τον θάνατο από συντροφικό χέρι. Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας Μανές Σπέρμπερ (1905-1984) υπήρξε ο ίδιος μια τέτοια περίπτωση κομμουνιστή που και συνελήφθη από τη SA στο Βερολίνο (1933) και αποχώρησε αργότερα από το ΚΚ έχοντας αντιταχθεί στις σταλινικές εκκαθαρίσεις (1937). Τα όσα εξιστορεί στην τριλογία με τίτλο «Δάκρυ στον ωκεανό» έχουν και αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, καθώς ο κεντρικός ήρωας, ο Εβραίος κομμουνιστής διανοούμενος Ντόινο Φάμπερ, θυμίζει σε πολλά τον ίδιο τον Σπέρμπερ.

Εκτός από την κεντρική φιγούρα, τον Φάμπερ, ο συγγραφέας σκηνοθετεί στις 569 σελίδες τού υπό συζήτηση πρώτου τόμου μιαν ομάδα πρωτοκλασάτων στελεχών όχι μόνο του γερμανικού ΚΚ αλλά όλου του ανατολικοευρωπαϊκού τόξου, φτάνοντας μέχρι τη Γιουγκοσλαβία. Η γερμανική γλώσσα τους ενοποιεί, μιας και δεν έχει περάσει ακόμα πολύς καιρός από την εκπνοή της Αυστροουγγαρίας. Είναι ωστόσο φανερή η απαξίωση της Πρωσίας, διά στόματος ιδίως του Βιεννέζου καθηγητή Στέτεν, μέντορα του Φάμπερ και, εντέλει, βοηθού, σωτήρα και υποστηρικτή του – μολονότι ο γηραιός καθηγητής δεν σταματά στιγμή να στηλιτεύει και να υπονομεύει τον μεσσιανισμό και την εγγενή, όπως υποστηρίζει, τάση των κομμουνιστών προς τον ολοκληρωτισμό.

Στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου ο αναγνώστης καλείται να παρακολουθήσει με ψυχική συμμετοχή και πνευματική εγρήγορση ένα πυκνό δίχτυ διαδρομών, ονομάτων, περιστατικών που εναλλάσσονται γοργά από χώρα σε χώρα και από σκηνή βίας σε συνωμοτική συνεύρεση, χωρίς να έχει σαφή εικόνα του ποιος είναι πρωταγωνιστής και ποιος δευτερεύουσα φιγούρα. Το τοπίο, υγρό, παγωμένο και ζοφερό, όπως ταιριάζει σε μια Ανατολική Ευρώπη που στενάζει ήδη κάτω από τον Χίτλερ και τον Στάλιν, σκεπάζεται από έναν τρυφερά γαλάζιο ουρανό που, ορατός από τα κελιά των κρατουμένων, γίνεται αυτός η μόνη τους ελπίδα.

Κορύφωση του δράματος

Ο ρυθμός της αφήγησης είναι πότε εκείνος μιας αμαξοστοιχίας που ρυθμικά προχωρά να συναντήσει το αναπόφευκτο και πότε ο ασθμαίνων βηματισμός του φυγά που, παγωμένος, πεινασμένος και άυπνος, διασχίζει με τα πόδια τα σύνορα ή αναζητά καταφύγιο στην αποξενωτική πόλη. Περίπου στα δύο τρίτα του βιβλίου όμως, ο συγγραφέας τραβά αποφασιστικά το νήμα – και να που ο σκελετός ενός καραβιού-φαντάσματος τεντώνεται και ορθώνεται πλήρης μέσα στο θολό μπουκάλι της ιστορίας.

Το δράμα κορυφώνεται εκατό σελίδες πριν από το τέλος, όταν ο προλετάριος Γκρέφε συναντά, σε ρόλο «μαύρου αγγέλου», τον Φάμπερ στη νορβηγική εξορία. Εκεί ζητά επίμονα από τον διανοούμενο σύντροφο εξηγήσεις για την εγκληματική συμπεριφορά του κόμματος και ιδίως της σοβιετικής ηγεσίας, που εξοντώνει τον έναν μετά τον άλλον τους ήρωες Γερμανούς κομμουνιστές, κυνηγημένα ζώα πια κι όχι ανθρώπους, με τους χιτλερικούς και τους σταλινικούς λύκους να τους καταδιώκουν μυρίζοντας το αίμα των πληγών τους.

Στον Φάμπερ η αντίφαση κορυφώνεται: πώς να διακηρύξει ανοιχτά την καταδίκη της Σοβιετικής Ενωσης, της μοναδικής ελπίδας εκατομμυρίων αγωνιστών σε όλο τον πλανήτη, καθώς ο Χίτλερ ετοιμάζεται για τον πόλεμο; Ο Φάμπερ διστάζει να λυτρώσει τον Γκρέφε και τον εαυτό του, με τίμημα την εσωτερική του κατάρρευση και την πρόσκαιρη βύθισή του στην κατάθλιψη.

Η όλη στάση του καθώς και η εμμονή του να αναζητήσει κατόπιν τιμημένο θάνατο στο ισπανικό μέτωπο θα θυμίσει στους Ελληνες αναγνώστες τον Μάνο Σιμωνίδη του Τσίρκα και τη δική του, εξίσου αυτοκαταστροφική, επιθυμία να βρεθεί στο μέτωπο για να λυτρωθεί από το ανεπίλυτο υπό συνθήκες πολέμου ενδο-κομμουνιστικό δίλημμα.

Ο πρώτος τόμος τελειώνει διατηρώντας μεν το αβάσταχτο δίλημμα σε εκκρεμότητα αλλά και με μιαν υπόσχεση, που δίνουν μεταξύ τους οι επιζώντες αμφισβητίες: μετά τον πόλεμο θα συνεχίσουν από εκεί όπου σταμάτησαν· θα βάλουν τα πράγματα στη θέση τους, αποκαθιστώντας τη μνήμη των αγωνιστών συντρόφων τους.

Στην τελευταία σελίδα ο αναγνώστης γεύεται εξίσου την ιδεαλιστική αυτή προοπτική, διατυπωμένη διά στόματος Φάμπερ, όπως και την υπονόμευσή της από τον καθηγητή Στέτεν. Ταξιδεύουν οι δυο τους στο βαγκόν-λι του νυχτερινού τρένου για τη Βιέννη, γνωρίζοντας πως κι αυτήν σύντομα θα κληθούν να την εγκαταλείψουν. Είναι το έτος 1937 και το ευρωπαϊκό δράμα δεν βρίσκεται παρά στην αρχή του. Θα περιμένουμε με αδημονία τους επόμενους τόμους του μνημειώδους αυτού έργου.