ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο αποχαιρετισμός είναι εφαλτήριο ζωής

Στην αρχή, η εικόνα ήταν πολύ απλή: μια γυναίκα που φαίνεται από το παράθυρο ενός σπιτιού, πάντα πλάτη, ποτέ ολόκληρη. «Μ’ αρέσει να κοιτάω βράδυ μέσα από τα παράθυρα τι κάνουν οι άλλοι άνθρωποι, σχεδόν κατασκοπεύω…», λέει η Πέννυ Παναγιωτοπούλου. Μετά φαντάστηκε «την ιστορία μιας γυναίκας που η ζωή της είναι πολύ διαφορετική από τη ζωή των οικογενειών που βλέπει και φαντάζεται». Αναρωτήθηκε «πώς θα ήταν τα σπίτια γεμάτα ζωή και ζεστασιά και όχι άδεια, με φωτισμένα παράθυρα και φωνές που ακούγονται από μέσα». Κάπως έτσι άρχισε να γράφεται η ιστορία και το σενάριο του «Σεπτέμβρη», της δεύτερης μεγάλου μήκους ταινίας της μετά τους πολυβραβευμένους «Δύσκολους αποχαιρετισμούς: Ο μπαμπάς μου» (2002). Μια «ήσυχη, σχεδόν βουβή ταινία, γυρισμένη κατά τον ίδιο τρόπο που οι εποχές αλλάζουν και οι άνθρωποι σχηματίζουν δεσμούς με τα κατοικίδιά τους», όπως σημειώνει η σκηνοθέτις. Η κεντρική ηρωίδα, Αννα, ζει αδιατάρακτα μαζί με τον σκύλο της, τον Μανού. Εχουν δημιουργήσει την τέλεια οικογένεια. Μια μέρα όμως ο Μανού πεθαίνει και η ζωή της Αννας θα καταρρεύσει. Αποφασίζει να θάψει τον σκύλο στον κήπο του σπιτιού τής απέναντι οικογένειας.

«Ο θάνατός του την ωθεί σε μια προσπάθεια να επικοινωνήσει με τον πόνο και τη μοναξιά της». Ο «Σεπτέμβρης» συμμετείχε ήδη στο Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι, τον Ιούνιο, και την ερχόμενη εβδομάδα θα προβληθεί στο Διεθνές Φεστιβάλ του Τορόντο, πριν από τον ερχόμενο Οκτώβριο θα τη δούμε στις ελληνικές αίθουσες.

– Ο θάνατος του σκύλου καθορίζει τη ζωή της γυναίκας;

– Είναι μεγάλη απώλεια. Αλλά αυτή η ταινία δεν επικεντρώνεται στην απώλεια όπως οι «Δύσκολοι αποχαιρετισμοί» (σ.σ το εξάχρονο αγόρι που χάνει τον πατέρα του). Η γυναίκα μεταφέρει το πένθος της στους άλλους, μέσω της ταφής. Η ιστορία, λοιπόν, πολύ γρήγορα περνάει από μια ιστορία απώλειας σε μια ιστορία αγάπης, πίστης και ορίων, τελικά.

– Τα όρια ποιος τα βάζει;

– Αλλος κάθε φορά. Οι πολλοί στους λίγους, οι υγιείς στους άρρωστους, κάτι που μετατοπίζεται συνεχώς.

– Είστε με την πλευρά των ορίων;

– Οχι. Σχεδόν ποτέ… Τα όρια στην ταινία καταλύονται γιατί η γυναίκα είναι, στην πραγματικότητα, μια εισβολέας. Αλλά και για τον θεατή αναποδογυρίζεται διαρκώς η ιδέα που έχει για την πραγματικότητα. Η ηρωίδα κάνει κάτι άλλο από το αναμενόμενο.

– Η ηρωίδα παραμένει «εισβολέας» ή αφομοιώνεται;

– Είναι ένας μοναχικός άνθρωπος που δεν ξέρει τρόπους, που δεν είναι μέσα στην κοινή σύμβαση. Εχει συνηθίσει στην άλεκτη επικοινωνία που διαμορφώνει ο καθένας με το ζώο του και μ’ έναν άτσαλο τρόπο προσπαθεί να οικειοποιηθεί ένα κομμάτι της οικογένειας.

– Ενα παιδί που «αποχαιρετάει» τον μπαμπά του. Μια γυναίκα που «αποχαιρετάει» τον σκύλο της. Ο αποχαιρετισμός, παρ’ όλα αυτά, επανέρχεται ως θέμα.

– Είναι το εφαλτήριο της ζωής. Οι άνθρωποι που δεν έχουν αποχαιρετίσει στη ζωή τους κανέναν δεν είναι επιεικείς. Κι άρα δεν είναι ισότιμοι συνομιλητές. Οταν χάνεις νέος κάποιον, παύεις να είσαι νέος. Θα μπορούσατε να πείτε ότι η ταινία είναι μια ιστορία απώλειας. Αλλά κυρίως είναι μια ιστορία αγάπης. Πόσο πολύ χρειαζόμαστε όλοι να μοιραζόμαστε τα πράγματα στη ζωή.

«Πιστεύω στα νέα παιδιά»

Η ίδια η Πέννυ Παναγιωτοπούλου χαρακτηρίζει την ταινία της «αισθηματική περιπέτεια που περιλαμβάνει τη μοναξιά σε κάθε της έκφανση». «Μελαγχολικό», παρατηρούμε. «Ναι. Και στο τέλος, ανάταση», συμπληρώνει. «Μια μελαγχολία που δεν είναι τίποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο από αυτό που είναι η ζωή. Με τις μικρές ή μεγαλύτερες ανατάσεις της, με τις μελαγχολικές στιγμές της. Με αυτό το πολύ ελαφρύ όχημα ανταλλάσσονται ψυχικά πολλά πράγματα. Είναι πολύ λιτό, το θέμα της ταινίας, πολύ λίγο, τολμώ να πω πολύ άδειο και αυτό είναι το επικίνδυνο. Αλλά από κάτω υπάρχει κάτι που σε κρατάει σε μια ψυχική εγρήγορση… Νομίζω. Δεν μπορώ να το πω στα σίγουρα. Οπως στα διηγήματα του Κάρβερ. Δεν συμβαίνουν πολλά, κι όμως συμβαίνουν. Η ταινία μου είναι γυμνή. Αλλά έχει μια ιστορία πολύ συγκεκριμένη». Διστάζει λίγο, διαβάζει κάτι που έχει σημειώσει πάνω σε μια χαρτοπετσέτα, στη διάρκεια της συνάντησής μας, για να μην το ξεχάσει. «Οχι, ίσως, ελκυστική εκ πρώτης όψεως. Πώς θα την παρομοίαζα; Ζυγίζεις 200 κιλά βαμβάκι και 200 κιλά σίδερο. Και τα δύο είναι 200 κιλά. Μόνο που η δική μου είναι 200 κιλά βαμβάκι!».

Ο ελληνικός κινηματογράφος παρουσιάζει μεγάλη κινητικότητα τα τελευταία χρόνια. Συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των φεστιβάλ ανά τον κόσμο, η διεθνής κριτική μιλάει για «άνθηση», οι Βρετανοί εφηύραν τον όρο «weird wave» («αλλόκοτο κύμα»). Η έκρηξη αυτή συνοδεύεται και με μια πιο στενή σχέση με την ελληνική πραγματικότητα, την ελληνική κοινωνία; Το ελληνικό σινεμά είναι καθρέφτης μας; «Οχι», είναι η σαφής απάντηση της Πέννυς Παναγιωτοπούλου. «Περισσότερο φορμαλιστικές είναι οι αναζητήσεις, σκηνοθετικές, εστέτ. Δεν έχουμε την τάση να κάνουμε ένα “κοινωνικό σινεμά” όπως οι Ρουμάνοι, για παράδειγμα. Η κοινωνία όμως σήμερα είναι πιο έτοιμη να δεχτεί ακόμη και την εστέτ αναζήτηση. Είναι πιο εύκολο να ζυγίσεις τα πράγματα, να δεις το καλό και το κακό. Η “άνθηση” στην οποία αναφέρονται αφορά στο ύφος και στη γλώσσα. Είναι και λίγο μόδα. Καλές και κακές ταινίες πάντα θα υπάρχουν. Η ταινία που έκανε τη διαφορά, ο “Κυνόδοντας”, του Γιώργου Λάνθιμου, και μόνον αυτός, είναι μια σημαντική στιγμή στην ιστορία του ελληνικού σινεμά. Ηταν άψογη και είχε ακρίβεια και καθαρότητα οπτικής. Δεν έφτασε τυχαία εκεί που έφτασε. Δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε, βέβαια, και τη συγκυρία. Τα ίδια πράγματα κάποια άλλη εποχή μπορεί να έχουν διαφορετική επίδραση, να αφήσουν διαφορετικό αποτύπωμα. Δεν πολυπιστεύω στα ρεύματα. Απλώς, τώρα, περισσότεροι σκηνοθέτες κάνουν καλύτερες ταινίες. Πριν από 10 χρόνια δεν είχαμε καν Ιντερνετ… Δεν είναι αυτό εμπλουτισμός της οπτικής; Μπορεί η άνθηση να σε κάνει άλλο άνθρωπο; Να σε αλλάξει σε μια νύχτα;»

– Εσάς, τι σας άλλαξε μέσα σε μια νύχτα;

– Το «Επάγγελμα ρεπόρτερ». Νομίζω ότι μέρος αυτού που είμαι τώρα οφείλεται στην ταινία του Αντονιόνι. Δηλαδή, σε μια εσωτερική ελευθερία που μου πρόσφερε, την οποία ούτε να την ονειρευτώ δεν μπορούσα. Μπορώ να αναφέρω ασφαλώς και άλλες ταινίες, αλλά αυτή με καθόρισε…

– Η σχέση με ένα ζώο αλλάζει έναν άνθρωπο;

– Πάρα πολύ. Του μαθαίνει να συγκεντρώνεται στην απόλυτη φύση του, τη ζωική. Το ξεχνάμε αυτό. Με το ζώο το θυμάσαι. Το βλέπεις να κυλιέται στο χορτάρι, να σε κοιτάζει στα μάτια, να κάνει τις ανάγκες του. Και το σημαντικότερο: καταλαβαίνεις τι σημαίνει να αναπνέεις. Τίποτε άλλο δεν έχουμε από αυτήν την αναπνοή, κατά τη γνώμη μου. Ολα τα άλλα έρχονται μετά.

– Είστε αισιόδοξη;

– Οχι. Πιστεύω πάρα πολύ στα νέα παιδιά και σε έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής. Βλέπω πολλούς στα νησιά με τις καλλιέργειες, με όμορφες σχέσεις, ένα χάρμα οφθαλμών. Η μόνη διέξοδος που βλέπω είναι από τους ίδιους τους ανθρώπους.

​​Το σενάριο του «Σεπτέμβρη» συνυπογράφουν η σκηνοθέτις με τη συγγραφέα Κάλλια Παπαδάκη. Πρωταγωνιστούν οι: Κόρα Καρβούνη, Μαρία Σκουλά, Νίκος Διαμαντής, Χρήστος Στέργιογλου, Αναστάσιος Τζερτζεμέλης, Ειρήνη Κολλιάκου.

Φεστιβάλ Τορόντο με άρωμα Ελλάδας

Στο 38ο Διεθνές Φεστιβάλ του Τορόντο που ξεκίνησε την περασμένη Πέμπτη, η Αθήνα έχει την τιμητική της. Η σημαντική αυτή διεθνής κινηματογραφική συνάντηση επιλέγει φέτος στην ενότητα «City to City» την ελληνική πρωτεύουσα ως τιμώμενη πόλη. Παράλληλα, επελέγησαν και θα προβληθούν δέκα ελληνικές ταινίες της πρόσφατης παραγωγής.

Το αφιέρωμα στην Αθήνα αποτελεί πρωτοβουλία του καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ του Τορόντο, Κάμερον Μπέιλι, και του διευθυντή του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και στενού συνεργάτη του Τορόντο εδώ και 26 χρόνια Δημήτρη Εϊπίδη. Το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου υποστηρίζει την προσπάθεια. Οι δέκα ελληνικές ταινίες είναι οι εξής:

1. «September» της Πέννυς Παναγιωτοπούλου.

2. «Wasted Youth» των Αργύρη Παπαδημητρόπουλου και Γιαν Φόγκελ.

3. «J.A.C.E.» του Μενέλαου Καραμαγγιώλη.

4. «Wild Duck» του Γιάννη Σακαρίδη.

5. «Miss Violence» του Αλέξανδρου Αβρανά (επελέγη πρόσφατα για το διεθνές διαγωνιστικό της Βενετίας).

6. «Η αιώνια επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά» της Ελίνας Ψύκου.

7. «Στο λύκο» των Χριστίνας Κουτσοσπύρου και Αριάν Χιουζ.

8. «Να κάθεσαι και να κοιτάς» του Γιώργου Σερβετά.

9. «Αδικος κόσμος» του Φίλιππου Τσίτου.

10. «H κόρη» του Θάνου Αναστόπουλου.