ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μικρές ιστορίες για ένα κλουβί

Από το «Σπιρτόκουτο» του 2003 μέχρι τη σημερινή «Miss Violence» το ελληνικό σινεμά ήταν μια αλληλουχία σύντομων, παράξενων τίτλων, που δεν βγάζουν νόημα: «Κινέτα», «Κυνόδοντας», «L», «Attenberg», «Αλπεις», «Luton». Ηχούν σαν αντίλαλος του κατακερματισμένου, ή και κωδικοποιημένου λόγου της εποχής μας. Η βράβευση του «Κυνόδοντα» στις Κάννες και κυρίως η επιλογή του στην πεντάδα των υποψηφίων για το Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας πριν από μερικά χρόνια, πιστοποίησαν την εξωστρέφειά του. Ακολούθησαν βραβεία μικρών και μεγάλων διεθνών φεστιβάλ και για άλλες ταινίες μας, με αποκορύφωμα τη διπλή βράβευση της «Miss Violence» τον περασμένο Σεπτέμβριο στη βενετσιάνικη Μόστρα για τη σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Αβρανά και την ερμηνεία του Θέμη Πάνου.

Η υπέρβαση των εθνικών συνόρων είναι μονόδρομος, αρκεί να μη βρεθούμε σε δίνη τεχνητής ευφορίας. Η ελληνική ταινία, αυτή που δεν στοχεύει στα multiplex, κινδυνεύει να τυποποιηθεί: η εμμονή της με την παθογένεια της ελληνικής οικογένειας τείνει στην ιδεοληψία. Σε μια πρόχειρη αποτίμηση της δεκαετίας θα ταίριαζε ο μακροσκελής τίτλος: Μικρές ελληνικές ιστορίες για ένα κλουβί. Εχει ενδιαφέρον πώς περιγράφουν οι σκηνοθέτες μας το σύγχρονο ελληνικό σπίτι.

Σπιρτόκουτο στις φλόγες

Ο Γιάννης Οικονομίδης («Σπιρτόκουτο», 2003, «Ψυχή στο στόμα», 2005, «Μαχαιροβγάλτης», 2010) κινείται στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας, σε εργατικές και μικροαστικές περιοχές γύρω από το κέντρο της Αθήνας. Οι ιστορίες του εκτυλίσσονται σε μικρά διαμερίσματα, διώροφα σπίτια, μικρές βιοτεχνίες. Οι ήρωές του, σύμφωνα με τον ίδιο, «είναι άνθρωποι με μικρές ζωές που ζουν μια τραγική γελοιότητα». Ο παροιμιώδης καλός άνθρωπος του Βέγγου, που διαφύλαξε την αυθεντικότητά του από το κιτς, υπέστη εφιαλτική μετάλλαξη. Ποδοπατείται διαρκώς από συγγενείς και φίλους, «κερατώνεται» απροκάλυπτα και χάνει τον αυτοέλεγχο. Το σπίτι φουντώνει, όπως το σπιρτόκουτο αν το αφήσεις για ώρα κοντά στη φωτιά. Ο Οικονομίδης είναι ανελέητος όταν κινηματογραφεί την επιθετικότητα στις διάφορες παραλλαγές της.

Στον «Κυνόδοντα», που μοιάζει με φάρσα, ο Γιώργος Λάνθιμος αφηγείται μια παράξενη ιστορία, που διαδραματίζεται σε μια βίλα κάπου έξω από την πόλη, για να περιγράψει μια φυλακή. Ανακαλεί, ανορθόδοξα και ίσως άθελά του, στη μνήμη μας την έπαυλη – σκηνικό της παλιάς ελληνικής κωμωδίας. Ενας ψηλός φράχτης προστατεύει τα παιδιά ενός μεγαλοαστού από τον έξω κόσμο. Δεσπόζοντα ρόλο σε αυτό το κλουβί δεν έχει η ψυχολογία των ηρώων, αλλά ο χώρος, το παλιομοδίτικο μοντερνίστικο ντεκόρ του ’60 και ’70, η ρετρό ατμόσφαιρα και κυρίως οι λέξεις που αντιστοιχούν σε λάθος έννοιες ή αντικείμενα. Η επιμονή στο ρετρό κάνει την ταινία να μοιάζει σαν μεταμοντέρνα ηθογραφία μιας αστικής οικογένειας (και τάξης) που δεν υπάρχει πια. Ο χρόνος είναι κενή λέξη, η ενηλικίωση μια παράλογη και νοσηρή περιπέτεια για τα παιδιά αυτού του σουρεαλιστικού «σκυλοτροφείου».

Διαμέρισμα – πορνείο

Το «τέρας» της οικογένειας ξεπερνάει τον εαυτό του και το όριο της νοσηρότητας στη «Μiss Violence». Και εδώ η αίσθηση είναι ρετρό, όπως στον «Κυνόδοντα», παρότι η ιστορία διαδραματίζεται στην καρδιά της σύγχρονης Αθήνας. Ο Αβρανάς, που είναι και εικαστικός καλλιτέχνης, συνθέτει την εικόνα ενός μικροαστικού διαμερίσματος όπου δεσπόζουν η απόλυτη τάξη και η ευγένεια. Η σιωπή σκεπάζει σαν κουρτίνα τη διαστροφή: ο παππούς της οικογένειας είναι και ο πατέρας των εγγονιών του. Είναι και προαγωγός της κόρης του και της εγγονής του! Η «Miss Violence» αρχίζει με μια «αυτόχειρα παρθένο», που πηδάει από το μπαλκόνι της την ημέρα των γενεθλίων της. Ο πατέρας – αφέντης απορεί με το ατύχημα: «τα κάγκελα στο μπαλκόνι είναι ασφαλή».

Ο Αβρανάς στυλιζάρει υπέρμετρα αναζητώντας οξυγόνο στη φόρμα. Οι εικόνες του είναι σαν να έχουν κινηματογραφηθεί απ’ έξω από το διαμέρισμα, από μια οριζόντια χαραμάδα στον σαθρό τοίχο της σιωπής. Αν βγεις από την προβολή διατηρώντας το χιούμορ σου κι αφήσεις ελεύθερο τον συνειρμό θα ’θελες να σε πάει στη «Θεία από το Σικάγο». Θα ’ταν μια ιδανική διαφυγή από αυτή την ηθογραφική τραγωδία του δοκιμαστικού σωλήνα.

Δείτε

Μiss Violence (2013)

Μια 14χρονη, «αυτόχειρας παρθένος», πέφτει από το μπαλκόνι της την ημέρα των γενεθλίων της την ώρα που το στερεοφωνικό παίζει το «Dance me to the end of love» του Λέοναρντ Κοέν. Ο γδούπος από την πτώση δημιουργεί μια χαραμάδα που θα μας επιτρέψει να δούμε τι ακριβώς συμβαίνει εντός των τειχών μιας καθωσπρέπει μικροαστικής οικογένειας. Ο πατέρας, ένας μεσήλικας λογιστής που με δυσκολία τα φέρνει βόλτα σε εποχές οικονομικής κρίσης, δίνει τις απαραίτητες εξηγήσεις στην αστυνομία και στην κοινωνική πρόνοια. Υπάλληλοι της τελευταίας επισκέπτονται συχνά το σπίτι του, γιατί η μεγάλη του κόρη είναι ανύπαντρη μητέρα δύο παιδιών αγνώστου πατρός. Ο παππούς και η γιαγιά, που έχουν αναλάβει την ανατροφή τους, κάνουν το παν για να μην καταλήξουν τα παιδιά σε ίδρυμα. Ο Αλέξανδρος Αβρανάς πήρε το βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Βενετίας και ο Θέμης Πάνου (φωτ.) το βραβείο ερμηνείας. Παίζουν επίσης, Ελένη Ρουσσινού, Ρένη Πιττακή, Μαρία Σκουλά, Χρήστος Λούλης.