ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η κιβωτός του Τζιμ Τζάρμους

«Φοράω αυτήν την αλυσίδα από χαλκό». Ο Τζιμ Τζάρμους μου την δείχνει, περασμένη στον καρπό του. «Αν ήταν από χρυσό θα στοίχιζε μια περιουσία, θα έκανε 500 δολάρια, τώρα κοστίζει 5. Στον χρυσό δόθηκε αξία από τους ίδιους τους ανθρώπους, αλλιώς δεν θα την είχε».

Η αντίληψή του για το χρήμα είναι σαφής, προσωπική και ακαταμάχητη. Οπως και για τον κινηματογράφο, για τη μουσική, για τη λογοτεχνία, για τις πόλεις, για την πολιτική, για την ύπαρξη. Για ό,τι προλάβαμε να συζητήσουμε, τα τρία τέταρτα που διήρκεσε η συνάντησή μας, λίγο μετά τη συνέντευξη Τύπου στο 54ο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, τον περασμένο Νοέμβριο. Την ερχόμενη Τετάρτη (1η Ιανουαρίου) η τελευταία του ταινία «Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί» βγαίνει στις αίθουσες. Μία από τις καλύτερες στιγμές στη φιλμογραφία του 60χρονου Αμερικανού σκηνοθέτη. Ενός δημιουργού ορμητικού, τολμηρού, αντισυμβατικού, που απεχθάνεται τον φορμαλισμό και υμνεί, με το έργο του, το ελεύθερο και «ανεξάρτητο» πνεύμα.

Το μέλλον του σινεμά

Βέβαια, τι σημαίνει πλέον ο όρος «ανεξάρτητος αμερικανικός κινηματογράφος», πρώτος ο Τζάρμους, από τους επικεφαλής αυτού του ρεύματος, το αμφισβητεί: «Συνήθως είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται σήμερα για θέματα μάρκετινγκ. Η κατάσταση έχει αλλάξει, όπως και η διανομή. Εχουν γίνει ριζικές αλλαγές στη χρηματοδότηση και πραγματικά δεν ξέρω τι θα φέρει το μέλλον. Ισως αυτό το νέο κύμα κινηματογράφου που υπάρχει στην Ελλάδα, δηλαδή να γυρίζονται ταινίες με χαμηλό προϋπολογισμό, να είναι πράγματι η καλύτερη κατεύθυνση».

Το «Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί», μόνο ταινία χαμηλού προϋπολογισμού δεν θα την έλεγε κανείς. Γυρισμένη στο Ντιτρόιτ και στην Ταγγέρη, δύο πόλεις διαμετρικά αντίθετες αλλά με μια ατμόσφαιρα ρομαντικής παρακμής να τις διατρέχει, είναι το ιδανικό περιβάλλον για τους δύο εραστές – βαμπίρ. Τον Ανταμ (Αδάμ), έναν underground μουσικό, απογοητευμένο από την τροπή που έχει πάρει η κατάσταση της ανθρωπότητας, και την Ιβ (Εύα), μια γυναίκα αδιάγνωστη: δυνατή και αινιγματική. Η σχέση τους διατρέχει τους αιώνες, με ένα επιλεκτικό φορτίο από μνήμες, αντικείμενα, σχέσεις με την ιστορία, με τη λογοτεχνία, με τη μουσική. Οι άνθρωποι κινούνται γύρω τους σαν σκιές ενός παρόντος που θα μπορούσε την ίδια στιγμή να είναι παρελθόν: «Το παρελθόν είναι πιο παρόν γι’ αυτούς, γιατί είναι εντυπωσιακά μακρύ, ενώ για εμάς πολύ σύντομο. Εχουν πολύ διαφορετικό προσανατολισμό στον χρόνο», λέει ο Τζάρμους.

Εστέτ και ποπ

Εξαιρετικά προσεγμένη στο σκηνικό περιβάλλον της, η ταινία συλλέγει πράγματα που ο Τζάρμους θα ήθελε να διασώσει. Είναι η προσωπική κιβωτός του: συλλεκτικές κιθάρες, σπάνια βιβλία και δίσκους, μια σφαίρα ειδικής κατασκευής… Ενας εστέτ και την ίδια στιγμή ποπ καλλιτέχνης περιπλανώμενος στον χρόνο και σε μια εντελώς υποκειμενική ανάγνωση τόσο του Ντιτρόιτ όσο και της Ταγγέρης. Για το Ντιτρόιτ μας είχε μιλήσει και στη συνέντευξή του (10/11), διευκρινίζοντας ότι δείχνει «το θλιμμένο και όμορφο κομμάτι και όχι αυτό με τα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα, με φτωχούς ανθρώπους που ζουν σαν αρουραίοι, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, χωρίς εκπαίδευση, πεινασμένοι και απελπισμένοι». Χρησιμοποίησε μάλιστα τη λέξη «ερειπολαγνεία», για να προσδιορίσει το είδος του τουρισμού που τρέφεται από τα ερείπια και την εγκατάλειψη.

Ομως, ο Τζιμ Τζάρμους, που κινείται με την ίδια άνεση στο ροκ, στην τρανς μουσική και στο στόουνερ (κατηγορία του μέταλ), που έχει υπογράψει εμβληματικές ταινίες όπως το «Πέρα από τον Παράδεισο», τον «Καφέ και τσιγάρα», τον «Νεκρό», μπορεί με τον ίδιο οίστρο που προσεγγίζει τον θάνατο να αποθεώνει και τη ζωή. Οπως λέει και ίδιος: «Η ζωή, η συνείδηση ότι είμαστε ζωντανοί, είναι ένα δώρο που πρέπει να γιορτάζουμε. Αυτό νομίζω ότι επιδιώκω και με την τελευταία ταινία μου».

Ερωτας βαμπίρ

«Αυτή δεν είναι μια απλή ιστορία με βρικόλακες», διευκρινίζει ο Τζιμ Τζάρμους για το «Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί», στο σκηνοθετικό σημείωμά του. «Ο Ανταμ και η Ιβ αποτελούν αρχετυπικούς περιθωριακούς χαρακτήρες, ζουν μια μποέμικη ζωή, όντας ιδιαίτερα ευφυείς και εκλεπτυσμένοι, αλλά την ίδια στιγμή απόλυτα κυριαρχημένοι από τα ζωικά ένστικτά τους. Χρειάζονται αίμα για να επιζήσουν, αλλά βρίσκονται πλέον στον 21ο αιώνα, όπου το να δαγκώνεις τον λαιμό ενός ξένου είναι όχι απλώς οπισθοδρομικό αλλά και επικίνδυνο. Για να επιβιώσουν, θα πρέπει να είναι σίγουροι ότι το αίμα είναι αγνό, υγιές και μη μολυσμένο. Και σαν σκιές έχουν μάθει εδώ και πολύ καιρό να διαφεύγουν από τις Αρχές».

Για τον Τζάρμους τα βαμπίρ στην ταινία «λειτουργούν με τρόπο μεταφορικό για την ανθρώπινη συνθήκη. Είναι εύθραυστοι, ευάλωτοι στις δυνάμεις της φύσης και στις απερίσκεπτες συμπεριφορές της εποχής μας, στην παντελή έλλειψη οράματος αυτών που έχουν σήμερα τη δύναμη στα χέρια τους».

Η διάφανη Τίλντα Σουίντον και ο ιδιόμορφος Τομ Χίντελστον είναι ιδανικοί Ιβ και Ανταμ, πλαισιωμένοι από τον πάντα εξαιρετικό Τζον Χερτ και τη Μία Γουασικόφσκα.