ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Υπερώον
εκδ. Κέδρος

Τo 1985, ο Γιάννης Ρίτσος είναι εβδομήντα έξι χρόνων, έχει αφήσει πίσω του τις φυλακές, τις εξορίες, τις αγωνίες, έχει ταράξει και πάλι τα νερά με το «Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων», του οποίου γράφει εκείνη τη χρονιά τον τελευταίο τόμο, «Ο Αρίοστος αρνείται να γίνει άγιος». Ωραίος δραπέτης, έχει αρνηθεί τον γενικό κανόνα, άφησε πλαγιασμένο στο κρεβάτι του το ομοίωμά του, μην καταλάβουν πως πλανιέται στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός, φορώντας τις λευκές του μπότες («Ωραίος δραπέτης»). Γράφει πολύ, όπως πάντα, τέσσερις συλλογές σε ένα χρόνο, που φυσικά δεν έχουν χώρο να εκδοθούν. Τα εξήντα έξι ποιήματα του «Υπερώου» συγκροτούν μία από αυτές, την οποία μας παραδίδει σήμερα η κόρη του, η Ερη Ρίτσου. Αφουγκράζεται σ’ αυτήν το καινούργιο γύρω του, μέσα του – καθώς ποτέ δεν έπαψε να αλλάζει, να μεταμορφώνεται, ήσυχα κι αποτελεσματικά, αλλάζοντας μαζί και τον κόσμο με το μολυβάκι του, το τρίτο αστέρι στο ποίημα «Αποταμίευση», και συνεχίζοντας να αντλεί δύναμη από την ομορφιά, που του επιτρέπει να υπάρχει σε έναν καιρό ναυτίας («Κρίση»).

Ο ποιητής βλέπει όλα τα σπασμένα και αναδέχεται την αποστολή του, να πληρώσει γι’ αυτά, «Πίσω απ’ τη μάντρα, σπασμένα γυαλιά,/ σπασμένες στάμνες και κονσερβοκούτια,/ τα λυπημένα σκυλιά, οι άγριες γάτες,/ πλήθος τσουκνίδες κι ανάμεσά τους/ ένα μικρό λουλούδι κίτρινο,/ σαν άστρο παραμελημένο,/ έχει αναλάβει να πληρώσει όλα τα σπασμένα./ Μαζί κι εγώ.» («Χώρος απορριμμάτων»). Σκέφτεται την ελευθερία για την οποία έδωσε μάχες, αυτή για την οποία μιλάει ο Desnos: «κάθε φορά που τρώγαμε όλοι μαζί, καλούσαμε και την ελευθερία μαζί μας να καθίσει. Αδεια μένει η θέση της, μα το σερβίτσιο παραμένει.»· αλλά και την άλλη ελευθερία, των προσωπικών επιλογών, που με άλλη καταστολή αναστέλλεται: «τόσο μεγάλο κενό / τόση στέρηση / η ελευθερία;» («Απογύμνωση»). Βλέπει τα ταξίδια, την κούραση του έρωτα, τη λεπτομέρεια του κορμιού, στο ποτάμι, μετά τις στοές, στο άσπρο κρεβάτι του φτηνού ξενοδοχείου, τον δισταγμό και την ενοχή που την ανακαλεί το δέντρο όταν καλεί σε απολογία, τα σαπουνόνερα και τα γάργαρα νερά, το φως και τις σκιές, τα άστρα και τους κύκνους που οδηγούν στην αιωνιότητα. Τα σύντομα ποιήματά του είναι, όπως πάντα, πολύ φυσικά, πολύ μεταφυσικά και πολύ βαθιά ρεαλιστικά συνάμα, καθώς μιλάνε για την πολλαπλότητα και την πολυπλοκότητα, με παραπλάνηση, αντιστροφή, μετατροπία, με αμφισημία, υπαινιγμό και απόκρυψη καβαφική.

Δεν είναι νέα για τον Ρίτσο η σύντομη φόρμα, ούτε η λέξη που γεννά ξανά και ξανά τα πράγματα και τον άνθρωπο, με σάρκα και οστά, δύναμη κι αδυναμίες, μέσα στον κόσμο –με το ασύνδετο που διαμορφώνει εικόνα και την εικόνα που μένει ανοιχτή όσο κι αν την ορίζουν σύμβολα επαναλαμβανόμενα. Δεν είναι νέος ο τρόπος με τον οποίο ο μύθος ξεπροβάλλει μέσα στην καθημερινότητα μαζί με την Ιστορία – τα άλογα, τα καράβια, τα πικρά τσιγάρα, τους τοίχους των εκτελέσεων, όλα όσα δεν έπρεπε να ξεχαστούν για να μη μας κυριέψει η σύγχυση, όπως και έγινε τελικά: «Μέσα στη σύγχυση και την οχλοβοή / πώς να ξεκαθαρίσεις τι συνθήματα φωνάζαν / και πώς να εικάσεις τι θα επακολουθούσε.». Αλλά είναι νέα η εποχή και πάντα νέα η ματιά κι ο λυρισμός του Ρίτσου που την αποτυπώνουν, απαντώντας έτσι σήμερα –οποία ευτυχής συγκυρία!– στα έωλα και αίολα που του προσάπτουν για άλλη μια φορά κάποιοι καινούργιοι «στέρφοι οι φθονεροί κ’ οι ανίδεοι/ κ’ εκείνοι οι δόλιοι φραγκοφτιασιδωμένοι τελειόφοιτοι Σχολών Φιλελλήνων/ διπλωματούχοι της Σορβόννης και του Καίμπριτζ, του Χάρβαντ» («Τερατώδες Αριστούργημα»). Ολοι εκείνοι δηλαδή που καταδικάζουν την ιδεολογία όταν δεν είναι η δική τους και μέσα από τα δικά της γυαλιά διαβάζουν την ποίηση, που απλώς τους γυρνά την πλάτη. Η μεγάλη ποίηση που αναμετριέται άφοβα με τον χρόνο, όπως αυτή του Γιάννη Ρίτσου.