ΒΙΒΛΙΟ

Ο θάνατος ήρθε από τον ουρανό

o-thanatos-irthe-apo-ton-oyrano-561066634

Ηταν  μια λευκή δέσμη πηχτού φωτός που εμφανίστηκε από το πουθενά για δύο τρία δευτερόλεπτα και χάθηκε. Διατρέχοντας ολόκληρο το στερέωμα, έμοιασε να εκτείνεται στο άπειρο. Αθόρυβη μα εκτυφλωτική, τύλιξε για αυτό το ελάχιστο χρονικό διάστημα όλο τον πλανήτη.

Κανένας δεν λησμόνησε αυτή την αινιγματική ακτίνα φωτός. Πώς θα μπορούσε; Εξόντωσε εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρη την υδρόγειο. 

Για την ακρίβεια, σκότωσε μονάχα όσους βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή έξω από κτίρια, ακάλυπτοι. Μέσα σε τρία δευτερόλεπτα, οι καρδιές τόσων εκατομμυρίων έπαψαν να χτυπούν. 

Σωριάστηκαν στο έδαφος ή έγειραν στο πλάι ή λύγισαν απλώς τα γόνατά τους. Ηταν λες και τους χτύπησε κεραυνός. Κι ωστόσο, οι νεκροψίες έδειξαν απλή ανακοπή. 

Δοκιμάστηκαν διάφορες θεωρίες. Οι πιο καχύποπτοι μίλησαν για ακτινοβολία από τις κινητές τηλεφωνίες. Αλλοι είπαν πως το φονικό φως προήλθε από κάποιο παράλληλο σύμπαν το οποίο βρήκε μια στιγμιαία ρωγμή στον δικό μας χωρόχρονο, εισχώρησε σε αυτόν και επέστρεψε από εκεί που ήρθε. Η επικρατέστερη θεωρία, και η πιο εξωφρενική συνάμα, ήταν πως επρόκειτο για τιμωρία από τον Θεό. 

Ποτέ δεν την πίστεψα φυσικά. Χάθηκαν αδιακρίτως γυναικόπαιδα, βρέφη, γέροντες, ιερείς, μοναχές, γιατροί, μαζί με κακοποιούς και εγκληματίες, ανάκατα όλοι μαζί, σαρωτικά. Ποιος Θεός, ποια τιμωρία;

Σώθηκα διότι έτυχε να βρίσκομαι στο υπόγειό μου και να δουλεύω. Ομως η σύντροφός μου είχε βγει να ψωνίσει. Τη βρήκαν πεσμένη στο οδόστρωμα. Στο χέρι της έσφιγγε ακόμα το χαρτί με τη λίστα για τα ψώνια. 

Λίγο πριν εμφανιστεί η ακτίνα, αντάλλασσα μηνύματα στο κινητό με την ερωμένη μου. Τη στιγμή της εμφάνισης της ακτίνας, είχε και αυτή βγει έξω για τζόγκινγκ. Τη βρήκαν πεσμένη μπρούμυτα σε ένα πάρκο. Ετσι απόμεινα μόνος. Και φοβισμένος.

Εκτοτε, όπως και τόσα εκατομμύρια παντού στον κόσμο, αρνούμαι να βγω έξω. Οι πάντες τρέμουν ότι θα συμβεί ξανά και θα τους βρει στον δρόμο. 

Το πιο απίστευτο όμως ήταν πως, ένα μήνα περίπου μετά το συμβάν, όσοι πέθαναν εκείνη την ημέρα, επέστρεψαν ξαφνικά. Αλλά κάτι είχε αλλάξει. Περιπλανιόντουσαν αμίλητοι στους δρόμους σαν υπνωτισμένοι. Παρέμεναν άκακοι όμως.

Ενα ζεστό μεσημέρι κάποιος μου χτύπησε την πόρτα. Κοίταξα απ’ το ματάκι: ήταν δύο γυναικείες φιγούρες. Τις αναγνώρισα αμέσως φυσικά. 

Οταν τους άνοιξα, μπήκαν πιασμένες χέρι χέρι, ξάπλωσαν στο κρεβάτι και κοιμήθηκαν αμέσως αγκαλιά.

Ετρεξα έξω, στον δρόμο, χωρίς να σκεφτώ. Βρέθηκα μέσα σε ένα πλήθος. Αλλά ήταν όλοι σαν κι εμένα: κανείς από όλους αυτούς δεν είχε πεθάνει την ημέρα της ακτίνας. 

Τους ρώτησα: «Γιατί δεν πάτε σπίτια σας;» «Μα αυτό ήταν πάντοτε το σπίτι μας», ακούστηκε μια φωνή. 

Γονάτισα κάτω απ’ τον δυνατό ήλιο.