ΒΙΒΛΙΟ

Η «Σφίγγα» εξακολουθεί να τρομάζει

Εντός αυτού του μηνός θα δει το φως μια πολύ ενδιαφέρουσα έκδοση, ειδικά για τους λάτρεις της λογοτεχνίας του φανταστικού. Πόσο μάλλον όταν μιλούμε για έναν μετρ, έναν κλασικό μάστορα του είδους. Από τις εκδόσεις Ιωλκός, λοιπόν, θα κυκλοφορήσει ο τόμος «Ιστορίες» του Εντγκαρ Αλαν Πόε.

Κάποια από τα διηγήματα και τις νουβέλες αυτές εκδίδονται εκ νέου στην κλασική μετάφραση του σπουδαίου πεζογράφου Κοσμά Πολίτη, κάποιες άλλες από τον συγγραφέα Βαγγέλη Προβιά, ο οποίος υπογράφει και την επιμέλεια της όλης έκδοσης. Σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει (με ελάχιστες περικοπές λόγω έλλειψης χώρου) ένα από τα πλέον ατμοσφαιρικά διηγήματα τρόμου που περιλαμβάνονται στην υπό έκδοση συλλογή, τη «Σφίγγα», μεταφρασμένη από τον Βαγγέλη Προβιά.

«Στις ιστορίες του Πόε», σημειώνει ο Βαγγέλης Προβιάς, «κατά κανόνα θριαμβεύει το παράλογο, το ανεξήγητο, το μεταφυσικό. Η “Σφίγγα” αποτελεί λαμπρή εξαίρεση, όπου η λογική, η ψυχραιμία και ο ορθολογισμός (αλλά και οι βιβλιοθήκες!) σώζουν την κατάσταση».

Η «Σφίγγα» είχε δημοσιευθεί για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1846 στο αμερικανικό περιοδικό Arthur’s Ladies Magazine, ως κείμενο σατιρικό μάλιστα, τρία χρόνια πριν από τον πρόωρο θάνατό του, το 1849, μόλις στα σαράντα του χρόνια. Ενα χρόνο ακριβώς πριν, τον Ιανουάριο του 1845, είχε δημοσιευθεί το «Κοράκι», το πιο φημισμένο ποίημά του, το οποίο τον κατέστησε διάσημο σχεδόν εν μια νυκτί και προκάλεσε αίσθηση. Τέλος, ένα χρόνο ακριβώς μετά τη δημοσίευση της «Σφίγγας», πέθανε η γυναίκα του Βιρτζίνια, στις 30 Ιανουαρίου του 1847, γεγονός που επέφερε τη ραγδαία επιδείνωση της (εύθραυστης, έτσι κι αλλιώς), ψυχικής του υγείας, οδηγώντας και τον ίδιο στον θάνατο λίγο αργότερα.

Ο Κοσμάς Πολίτης (1888-1974), εκτός από εμβληματικός πεζογράφος («Λεμονοδάσος», «Εκάτη», «Eroica», «Το γυρί», «Στου Χατζηφράγκου» κ.ά.), υπήρξε ακαταπόνητος και παραγωγικότατος ως μεταφραστής, από τα αγγλικά στα ελληνικά. Η μετάφραση των διηγημάτων του Πόε είχε κυκλοφορήσει το 1953 με τον τίτλο «Αλλόκοτες ιστορίες» από τις εκδόσεις Παπαδημητρίου.

Ο Βαγγέλης Προβιάς γ​​​​εννήθηκε στον Βόλο το 1973. Εργάζεται ως κειμενογράφος και δημιουργικός διευθυντής στη διαφήμιση. Είναι εισηγητής σεμιναρίων δημιουργικής γραφής. Εχει δύο βιβλία μυθοπλασίας στο ενεργητικό του, για την ακρίβεια δύο συλλογές διηγημάτων: τα «Μαύρα παπούτσια της παρέλασης», που κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις Ολκός και την «Πλατεία Μεσολογγίου» που κυκλοφόρησε το 2016, επίσης από τις εκδόσεις Ολκός.

Προδημοσίευση

Εικονογράφηση για τα άπαντα του Εντγκαρ Αλαν Πόε, εκδ. Putnam, Νέα Υόρκη, 1902. (Φωτ. SHUTTERSTOCK)

«Κατά τη φρικτή επέλαση της Χολέρας στη Νέα Υόρκη, αποδέχτηκα την πρόσκληση κάποιου συγγενή να περάσουμε μαζί ένα δεκαπενθήμερο στις όχθες του Χάντσον, στην απομόνωση της φάρμας του με τη μικρή εξοχική κατοικία. Γύρω μας υπήρχαν όλες οι συνηθισμένες καλοκαιρινές διασκεδάσεις· και σίγουρα, με την πεζοπορία στο δάσος, το σχέδιο, τις βαρκάδες, το ψάρεμα, το μπάνιο, τη μουσική, τα βιβλία, θα μπορούσαμε να περνάμε τον χρόνο ιδιαίτερα ευχάριστα, εάν δεν υπήρχαν οι τρομακτικές πληροφορίες που έφταναν κάθε πρωί από την πυκνοκατοικημένη πόλη. Δεν υπήρξε ούτε μία μέρα δίχως το νέο του χαμού κάποιου γνωστού μας. Και μετά, με την περαιτέρω επιδείνωση της θνησιμότητας, συνηθίσαμε στην καθημερινή είδηση της απώλειας και κάποιου φίλου. Πολύ γρήγορα, η άφιξη του αγγελιαφόρου μάς έκανε να τρέμουμε.  

Μέχρι κι ο αέρας από τον Νότο μας φαινόταν αρωματισμένος με θάνατο. Οι παραλυτικές σκέψεις, αλήθεια, κατέβαλαν ολοκληρωτικά την ψυχή μου.

Δεν μπορούσα να μιλήσω, να σκεφτώ, ούτε καν να δω όνειρο οτιδήποτε άλλο. Ο οικοδεσπότης μου ήταν λιγότερο ευσυγκίνητης ιδιοσυγκρασίας και την εκμεταλλευόταν για να στηρίξει τη δική μου, αν και έδειχνε πολύ στενοχωρημένος. Η βαθιά φιλοσοφημένη του νόηση δεν υπέκυπτε ποτέ σε χίμαιρες. Αντιλαμβανόταν πλήρως τα αντικειμενικά δεδομένα της φρίκης, αλλά δεν ανησυχούσε για τα φαντάσματα και τους ίσκιους του τρόμου. Οι προσπάθειές του να με ανασύρει από την κατάσταση της παράλογης ζοφερότητας όπου είχα περιέλθει, ματαιώνονταν σημαντικά από κάποια συγκεκριμένα βιβλία που είχα ανακαλύψει στη βιβλιοθήκη του. Ηταν τέτοια που προκαλούσαν την εκκόλαψη όποιων σπόρων κληρονομικής δεισιδαιμονίας υπέβοσκαν στην καρδιά μου. Διάβαζα αυτά τα έργα δίχως να το γνωρίζει, κι έτσι ήταν ανήμπορος να αιτιολογήσει τις ισχυρές επιδράσεις τους στη φαντασία μου. 

Ενα αγαπημένο μου θέμα ήταν η πίστη του λαού στις προφητείες – μια πίστη που, εκείνη την εποχή της ζωής μου, ήμουν διατεθειμένος να υπερασπιστώ σθεναρά. Κάναμε μακρές, έντονες συζητήσεις για το ζήτημα – εκείνος υποστηρίζοντας το απόλυτα αβάσιμο της πίστης σε τέτοια φαινόμενα, εγώ ισχυριζόμενος πως μια λαοφιλής άποψη, όταν έχει διαδοθεί εξ ολοκλήρου αυθόρμητα –χωρίς, δηλαδή, προφανή σημάδια έξωθεν υπόδειξης–, περιείχε αδιαμφισβήτητα αυτή καθαυτήν στοιχεία αλήθειας. Κι άξιζε του ίδιου σεβασμού με το ένστικτο που χαρακτηρίζει την ιδιοσυγκρασία κάθε ανθρώπου της διάνοιας και του ορθολογισμού. Η αλήθεια είναι πως, σύντομα μετά την άφιξή μου στο κτήμα, μου είχε συμβεί ένα γεγονός τόσο απόλυτα ανεξήγητο και με τόσο δυσοίωνο χαρακτήρα, που σίγουρα θα ήμουν δικαιολογημένος να το θεωρήσω προφητεία. Με συγκλόνισε και την ίδια στιγμή μού προκάλεσε τόση σαστιμάρα και σύγχυση, που πέρασαν πολλές μέρες πριν καταφέρω ν’ αποφασίσω να μιλήσω για αυτό στον συγγενή μου.

Προς το τέλος μιας εξαιρετικά ζεστής ημέρας, καθόμουν, με το βιβλίο στο χέρι, δίπλα σ’ ένα ανοιχτό παράθυρο απολαμβάνοντας την ελεύθερη θέα στις όχθες του ποταμού και σ’ ένα λόφο μακριά, του οποίου η προς εμένα πλαγιά είχε αποψιλωθεί απ’ τα περισσότερα δέντρα της, από κάτι που είναι γνωστό ως κατολίσθηση. Για αρκετή ώρα το μυαλό μου περιπλανιόταν από τον τόμο που κρατούσα, στη θλίψη και τον όλεθρο της κοντινής μας πόλης.

Σηκώνοντας τα μάτια μου από τη σελίδα, έριξα το βλέμμα μου στη γυμνή πλαγιά του λόφου, σε ένα… πράγμα – σε κάποιο ζωντανό τέρας, αποκρουστικής μορφής, που κινείτο γρήγορα από την κορυφή στους πρόποδες, πριν τελικά εξαφανιστεί στο πυκνό δάσος χαμηλά. 

Με την πρώτη εικόνα αυτού του πλάσματος, αμφισβήτησα την ίδια μου την εχεφροσύνη – ή τουλάχιστον τα ερεθίσματα από τα ίδια μου τα μάτια· και πέρασαν κάμποσα λεπτά πριν κατορθώσω να πείσω τον εαυτό μου ότι ούτε τρελός ήμουν ούτε όνειρο έβλεπα. Ωστόσο, όταν θα έχω περιγράψει το τέρας (το οποίο είδα ολοκάθαρα και παρατήρησα ήρεμα σε όλη την πορεία του), οι αναγνώστες μου θα δυσκολευτούν ακόμη περισσότερο από εμένα, φοβάμαι, να πειστούν για αυτό. Εκτίμησα το μέγεθος του πλάσματος συγκρίνοντάς το με τη διάμετρο των μεγάλων δέντρων δίπλα από τα οποία πέρασε –τους ελάχιστους γίγαντες του δάσους που είχαν διαφύγει τη μανία της κατολίσθησης– και συμπέρανα ότι ήταν πολύ μεγαλύτερο από ένα σύγχρονό μας πολεμικό πλοίο. Λέω πολεμικό πλοίο διότι το σχήμα του τέρατος σου έφερνε ένα στο μυαλό – το κύτος ενός πλοίου με εβδομήντα τέσσερα κανόνια θα έδινε πολύ ικανοποιητική αίσθηση του μεγέθους του πλάσματος. Το στόμα του βρισκόταν στην άκρη μιας προβοσκίδας περίπου δεκαοχτώ με είκοσι μέτρα μήκος, και είχε το πάχος που έχει το σώμα ενός κοινού ελέφαντα. Κοντά στη βάση της προβοσκίδας υπήρχε μια τεράστια ποσότητα πυκνού, μαύρου τριχώματος – περισσότερο κι από το τρίχωμα από καμιά εικοσαριά βουβάλια· κι από εκεί εξείχαν κάθετα και πλάγια, δύο γυαλιστεροί χαυλιόδοντες, παρόμοιοι με αγριογούρουνου, αλλά ανυπολόγιστα μεγαλύτεροι. Παράλληλα με την προβοσκίδα εξείχε, και από τις δύο πλευρές της, ένα πελώριο κεντρί, δέκα με δώδεκα μέτρα μήκος, που έμοιαζε να είναι από καθαρό κρύσταλλο, και είχε το σχήμα ενός τέλειου πρίσματος – αντανακλούσε με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο τις ακτίνες του ήλιου που έδυε. Η προβοσκίδα ήταν σαν μια σφήνα με την άκρη της προς το έδαφος.  

Από το ζώο εκτείνονταν δύο ζεύγη φτερών –σχεδόν εκατό μέτρα μήκους–, το ένα ακριβώς πάνω από το άλλο, καλυμμένα με παχιά μεταλλικά λέπια· κάθε λέπι φαινόταν τρία με τέσσερα μέτρα σε διάμετρο. Παρατήρησα ότι τα δύο ζεύγη φτερών συνδέονταν με γερές αλυσίδες. ​​​​​​Αλλά το πιο παράξενο σε αυτό το αποτρόπαιο πλάσμα ήταν η απεικόνιση της Νεκροκεφαλής του Θανάτου, που κάλυπτε σχεδόν όλη την επιφάνεια του θώρακά του. Ηταν με τόση ακρίβεια σχεδιασμένη, εκθαμβωτικά λευκή πάνω στο μαυριδερό σώμα, σαν να το είχε φιλοτεχνήσει εκεί, πολύ προσεκτικά, ένας ζωγράφος».

«Εκείνη τη στιγμή είδα πάλι από μακριά το τέρας…»

«Ενώ παρατηρούσα το φρικτό ζώο, και πιο πολύ όσα υπήρχαν στον θώρακά του, με ένα αίσθημα τρόμου και δέους, αλλά και με μια πεποίθηση ενός επερχόμενου κακού που στάθηκε αδύνατο να ελέγξω με οποιαδήποτε απόπειρα της λογικής, αντιλήφθηκα τους δύο σιαγόνες στην άκρη της προβοσκίδας ξαφνικά να ανοίγουν. Κι από αυτούς βγήκε ένας ήχος τόσο δυνατός, τόσο πρόδηλος δεινών, που έπληξε τα νεύρα μου σαν καμπάνα, ώστε, καθώς το τέρας εξαφανιζόταν στους πρόποδες του λόφου, κατέρρευσα, αμέσως, λιπόθυμος στο πάτωμα. Οταν συνήλθα, η άμεσή μου παρόρμηση ήταν να πληροφορήσω τον φίλο μου για το τι είχα δει και τι είχα ακούσει (…). Αργότερα, ένα απόγευμα τρεις τέσσερις μέρες μετά το συμβάν, καθόμασταν παρέα στο δωμάτιο όπου είχα δει το πλάσμα – εγώ στην ίδια θέση, στο ίδιο παράθυρο, ενώ εκείνος ήταν ξαπλωμένος σε έναν καναπέ πολύ κοντά (…) Με άκουσε ώς το τέλος –στην αρχή ξεκαρδίστηκε γελώντας– και μετά πήρε εξαιρετικά σοβαρή έκφραση, ωσάν η τρέλα μου να ήταν δεδομένη πέραν πάσης αμφιβολίας. Εκείνη τη στιγμή είδα πάλι από μακριά το τέρας – στο οποίο, με μια κραυγή άφατου τρόμου, έστρεψα την προσοχή του φίλου μου. Κοίταξε με ανυπομονησία –αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν είδε τίποτε– αν και του υπέδειξα ακριβώς την πορεία του πλάσματος, καθώς κατέβαινε τη γυμνή πλαγιά του λόφου. 

Είχα τώρα πια απεριόριστη αγωνία, διότι θεωρούσα το όραμα ή προφητεία του θανάτου μου ή, χειρότερα, πρόδρομο μιας κρίσης παράνοιας. Γεμάτος ένταση, έπεσα πάλι στην καρέκλα μου και για μερικά λεπτά έκρυψα το πρόσωπό μου στα χέρια μου. Οταν αποκάλυψα τα μάτια μου, δεν υπήρχε κανένα στοιχείο από το στοιχειό. Ο οικοδεσπότης μου, ωστόσο, είχε ανακτήσει εν μέρει την ήρεμη συμπεριφορά του και μου έθετε πολύ λεπτομερείς ερωτήσεις σχετικά με τη μορφή του πλάσματος που είχα δει. Οταν τον είχα καλύψει πλήρως, αναστέναξε βαθιά, σαν να είχε απαλλαγεί από αφόρητο βάρος. (…) Αρχισε να μιλά, με μια, μου φάνηκε, σκληρή γαλήνη, για διάφορες πτυχές της Θεωρητικής Φιλοσοφίας, οι οποίες είχαν γίνει, στο παρελθόν, θέματα συζητήσεών μας. Πολύ συγκεκριμένα, θυμάμαι να επιμένει (μεταξύ άλλων) στη θεωρία πως η βασική πηγή πλάνης σε κάθε έρευνα του ανθρώπου είναι η απροθυμία και παράλειψη της κατανόησης του δεδομένου ότι συχνά υποτιμούμε ή υπερεκτιμούμε τη σημασία ενός αντικειμένου, απλώς λόγω λανθασμένης μέτρησης της εγγύτητάς του. (…) Εκανε μια παύση, πλησίασε μια βιβλιοθήκη, και τράβηξε μια από τις απλές, επίτομες εγκυκλοπαίδειες Φυσικής Ιστορίας. Επειτα μου ζήτησε να αλλάξουμε θέσεις, έτσι ώστε να μπορεί να διακρίνει καλύτερα τα μικρά γράμματα του τόμου, κάθισε στην πολυθρόνα μου δίπλα στο παράθυρο, και, ανοίγοντας το βιβλίο, συνέχισε την κουβέντα, με τον ίδιο τόνο όπως πριν. «Ομως, δίχως την εξαιρετική λεπτοδουλειά σου», είπε, «στην περιγραφή του τέρατος, ίσως να μην ήταν εφικτό να σου δείξω τι είναι. Καταρχήν, επίτρεψέ μου να σου διαβάσω την έκθεση ενός μαθητή για το γένος Σφίγγα, της οικογένειας Crepuscularia, της τάξης των Λεπιδόπτερων, της ομοταξίας των εντόμων. Η έκθεση γράφει: Τέσσερα μεμβρανοειδή φτερά, καλυμμένα με μικρά, όχι διάφανα λέπια, που μοιάζουν μεταλλικά· το στόμα σχηματίζει μια τυλιγμένη προβοσκίδα, που δημιουργείται από τα προτεταμένα σαγόνια. Στα πλαϊνά του υπάρχουν οι ρίζες των οστών της κάτω γνάθου, και χνουδωτές κεραίες· τα κατώτερα φτερά συνδέονται με τα ανώτερα με πυκνό τρίχωμα· οι κεραίες έχουν τη μορφή προτεταμένου πρισματικού ραβδιού· το υπογάστριο είναι μυτερό. Η Σφίγγα – Ιπτάμενη Νεκροκεφαλή προκαλεί έντονο τρόμο στους αφελείς, συχνά, με τη μελαγχολική “κραυγή” που βγάζει, και με το έμβλημα του θανάτου που φέρει στον θώρακά της».

Εκλεισε το βιβλίο και έσκυψε μπροστά παίρνοντας ακριβώς τη θέση που είχα και εγώ τη στιγμή που αντίκριζα «το τέρας». «Α, να το, εδώ», φώναξε αμέσως, «κατεβαίνει ξανά την πλαγιά του λόφου και το παραδέχομαι πως είναι πολύ ιδιαίτερο πλάσμα. Ωστόσο, με κανέναν τρόπο δεν είναι τόσο μεγάλο ή σε τέτοια απόσταση όπως φαντάστηκες – διότι, για να πούμε την αλήθεια, καθώς σέρνεται σκαρφαλώνοντας σε τούτο το νήμα που μία αράχνη έχει υφάνει στο καΐτι του παράθυρου, το υπολογίζω ενάμισι χιλιοστό σε μήκος και σε, περίπου, το ίδιο ενάμισι χιλιοστό απόσταση από την κόρη του ματιού μου».