ΒΙΒΛΙΟ

«Θάνατος, την άλλη φορά…»

Η Φωτεινή Τσαλίκογλου με τον Φρυσία στην αγκαλιά. «Για έναν γάτο ο Τζιακομέτι άφησε να καεί ένας πίνακας του Ρέμπραντ, για έναν γάτο ο Ελιοτ,
ο Μπόρχες, ο Ελύτης και τόσοι άλλοι έγραψαν εξαίσια ποιήματα». (Φωτ. ΟΡΕΣΤΗΣ ΣΕΦΕΡΟΓΛΟΥ)

Ο Φρυσίας είναι πανέμορφος κι ας μην έχει τα μάτια της Σαλώμης, όπως η γάτα του Σεφέρη, κι ας μην είναι τα ματιά του φτιαγμένα από μέταλλο ανακατεμένο με αχάτη όπως η γάτα του Μποντλέρ. Ομως, όπως ο γάτος του Μπόρχες, ο Φρυσίας «εξουσιάζει έναν κόσμο κατάκλειστο, όπως του ονείρου».

Χθες χάθηκε. Ετσι απλά. Τον αναζήτησα, τον φώναξα, πουθενά. Εντεκα χρονιά οικόσιτος. Ο κόσμος του, η ζωή του όλη, το σπίτι μας. Είναι γνωστό ότι οι γάτες χάνονται κατά βούληση και φανερώνονται μόνο όταν οι ίδιες το θελήσουν. Εξ ου κι όσα άστοχα λέγονται για αυτές πως τάχα μου είναι ανάλγητες και εγωκεντρικές. 

Η υπακοή δεν είναι το κύριο χαρακτηριστικό του Φρυσία. Τον καλείς και δεν σου κάνει τη χάρη. Επιμένεις και εισπράττεις σιωπή. Ως μάγος Χουντίνι χάνεται κρυμμένος σε απίθανα –αδύνατον να τα ανακαλύψεις– μέρη. Υπάρχουν τότε ειδικά τεχνάσματα που επιστρατεύονται. Είναι δυνατόν σε μια σχέση ζωής να μην έχουν επινοηθεί μέθοδοι έκτακτης αναζήτησης και εύρεσης του άλλου; Εν προκειμένω υπάρχει ο θόρυβος ενός συγκεκριμένου κουδουνιού. Ο Φρυσίας, ως εκπαιδευμένος σκύλος του Παβλόφ, σε όποια γωνιά του σπιτιού κι αν έχει τρυπώσει, στο άκουσμα του συγκεκριμένου ήχου σπεύδει να φανερωθεί. Οχι όμως αυτή τη φορά. Το κουδούνι, σαν χαλασμένος συναγερμός, ξεσήκωσε την πολυκατοικία. Εκείνος όμως παρέμεινε άφαντος. 

Ωρες κύλησαν. Κόντευε νύχτα. Αρχισαν τότε να με ζώνουν οι μαύρες σκέψεις: Το αίμα της φυλής του τον έχει μάθει να υποφέρει μόνος. Μόνος του σε μια γωνιά να πάσχει σιωπηλά. Αθέατος. Ισως και να αργοπεθαίνει. Αβοήθητος. Σε ποια όμως από όλες τις γωνιές; Αμέτρητες κρυψώνες υπάρχουν μέσα εδώ. Σε ένα άδειο από πράγματα, ακόμα κι από βιβλία, σπίτι θα ήταν εύκολο να τον εντοπίσω. Νοσταλγώ το άδειο. Τώρα; Θεέ μου, όταν τον βρω ίσως είναι αργά. Τελευταία ήταν ανόρεκτος, άκεφος. Είναι βλέπεις και το πλήρωμα του χρόνου: 11 ετών ίσον 77. Δεν το λες και λίγο. Εδώ με τον κορωνοϊό και τα Σίλβερ Αλέρτ θεωρείσαι ηλικιωμένος μετά τα 60. Ελα όμως που εγώ τον Φρυσία τον έχω για μωρό. Δεν πολλαπλασιάζω με το επτά. Για 11 χρόνων τον λογαριάζω, δηλαδή στην πρώιμη εφηβεία του. 

Συνεχίζω να χτυπώ το κουδούνι και να τον καλώ. Η επίμονη σιωπή φέρνει στο προσκήνιο τη δυστοπική πραγματικότητα. Ο χαμένος Φρυσίας είναι 77 χρόνων! Αρα είναι εξ ορισμού Ασθενής. Στις μέρες του κορωνοϊού δεν μαθαίνουμε ότι ακόμα κι αν είσαι ελεύθερος συμπτωμάτων, η προχωρημένη ηλικία λογαριάζεται ως υποκείμενη νόσος; 

Θλίβομαι. Ακολουθεί όμως μία σειρά άβολων συνειρμών:

– Πώς κάνεις έτσι; Ανθρωποι πεθαίνουν, λιμοκτονούν, πυροβολούνται πισώπλατα, όχι μόνο μεταφορικά αλλά και στην κυριολεξία. Μια ρωσική ρουλέτα είναι η ζωή για τόσους και τόσους ανθρώπους γύρω μας, κι εσύ κάνεις έτσι για έναν γάτο; Ελεος.

Για έναν γάτο ο Τζιακομέτι άφησε να καεί ένας πίνακας του Ρέμπραντ, για έναν γάτο ο Ελιοτ, ο Μπόρχες, ο Ελύτης και τόσοι άλλοι έγραψαν εξαίσια ποιήματα. Για έναν γάτο μια οικογένεια προσφύγων θρηνούσε απαρηγόρητα και ανέκτησαν το χαμόγελό τους μόνο όταν ενώθηκαν ξανά μαζί του. 
Θρηνούσα για τον Φρυσία. Μετά από ώρες πείστηκα ότι είχε ησύχως και για πάντα με τη θέλησή του αποσυρθεί, σύμφωνα με τα ανεξιχνίαστα ήθη των απανταχού γατών. Εμενε να ξεψαχνιστεί το σπίτι όλο. Γωνιά, γωνιά. Οση ώρα, όσες μέρες κι αν έπαιρνε.

Ομως ο Φρυσίας φάνηκε! Με αργό βήμα έσκασε μύτη μπροστά μου. «Δεν πέθανα ακόμα», είπε και πρόσθεσε: «Το να πεθαίνεις είναι να φεύγεις για λίγο. Μήπως θα πρέπει να ξεφοβηθείς και να προετοιμάζεσαι κι εσύ αλλιώς για αυτό το λίγο;».
Χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλον. Λησμόνησα να σας πω ότι ο Φρυσίας καταλαβαίνει από περίπλοκα χαμόγελα.

ΥΓ. Θέλω να ξαναπάω στο pet shop της οδού Χάρητος. Η συμπαθής κοπέλα θέλει να μάθει πόσων ετών είναι η γάτα μου. Εννιά της λέω, κρύβοντας λίγα χρόνια. Είναι πολλά; τη ρωτώ. «Οχι δα», μου κάνει. «Εννιά χρόνων είναι νεότατος, σχεδόν μωρό». Φεύγω με χαμόγελο. Πώς λέμε «Ζωή, την άλλη φορά»; Τώρα θα πω «Θάνατος, την άλλη φορά»…
 
* Η κ. Φωτεινή Τσαλίκογλου είναι καθηγήτρια Ψυχολογίας και συγγραφέας. Το τελευταίο της βιβλίο, «Οι παράξενες ιστορίες της κυρίας Φι», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.