ΘΕΑΤΡΟ

«Φωνή ομόλογη με τη φωνή του πρωτοτύπου»

Σκηνή από τους «Πέρσες», τη φετινή παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη και μετάφραση και μετρική διδασκαλία Θεόδωρου Στεφανόπουλου.

«Ο λόγος της τραγωδίας, ο οποίος σχεδόν επιδεικτικά αποκλίνει από την ομιλουμένη, δεν μπορεί να ξεπέφτει σε εύπεπτο καθημερινό λόγο», λέει στην «Κ» ο Θεόδωρος Στεφανόπουλος, ομότιμος καθηγητής του τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών, που έκανε τη μετάφραση και μετρική διδασκαλία των «Περσών», της φετινής παραγωγής του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη.

Ο πανεπιστημιακός και μεταφραστής –η μετάφρασή του για την αισχύλεια τραγωδία επαινέθηκε ιδιαίτερα– δεν μασά τα λόγια του για τα κακώς κείμενα. Ενδεικτικά, δηλώνει πως «κάποιοι από τους πεφιλημένους μεταφραστές των φεστιβάλ στο πρόσφατο παρελθόν παρεμβάλλουν στο κείμενο των τραγικών, ολόκληρα κατεβατά δικής τους κοπής και εμπνεύσεως. Καθώς κανείς δεν θα ανεχόταν να παρεμβληθεί ακόμα και λέξη σε στίχο του Σολωμού ή του Καβάφη, έχω πάντα την απορία πώς νομιμοποιούνται τέτοιου τύπου αυθαιρεσίες». 
 
– Ποια στοιχεία πρέπει να πληροί η μετάφραση σε σχέση και με την πρόσληψη του λόγου του ποιητή από το κοινό; 

– Μια καλή μετάφραση τραγωδίας ή κωμωδίας που προορίζεται για το θέατρο πρέπει να έχει ρυθμό και να συνδυάζει την ουσιαστική ακρίβεια με ποιητικότητα και θεατρικότητα, διασώζοντας στον μέγιστο δυνατό βαθμό το «ανάγλυφο» του πολυφωνικού πρωτοτύπου. Προσωπικά, όταν μεταφράζω για το θέατρο, έχω σαν οδηγό μου, αν θέλετε σαν οδοδείκτη, ένα στίχο από το «Σύσσημον» του Νίκου Παναγιωτόπουλου: «η παλαιά φωνή ζητάει φερέφωνο και εγείρεται». Αυτό που προσπαθώ να κάνω, είναι να δώσω στο μεταφρασμένο κείμενό μου φωνή ομόλογη με τη φωνή του πρωτοτύπου. Ο θεατρικός λόγος προσλαμβάνεται, πιστεύω, ευκολότερα από το κοινό, όταν έχει σταθερό βηματισμό, είναι ευθύβολος και έχει αμεσότητα. 

foni-omologi-me-ti-foni-toy-prototypoy0
Μιλάει στην «Κ» ο Θεόδωρος Στεφανόπουλος, ομότιμος καθηγητής του τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

– Βλέπουμε συχνά «μεταποιήσεις μεταφράσεων» και όχι μεταφράσεις από το πρωτότυπο. Τι σημαίνει αυτό για την απόδοση του κειμένου;

– Κατ’ αρχάς, αυτό που περιγράφετε δεν θα έπρεπε να το βλέπουμε, από τη στιγμή που οι μεταφραστές δεσμεύονται να μεταφράσουν «από το πρωτότυπο». Αν αυτός ο κρίσιμος όρος καταστρατηγείται, την ευθύνη έχουν εκείνοι που τους αναθέτουν, ενίοτε καθ’ υποτροπήν, τις μεταφράσεις. Μια μετάφραση που είναι μεταποίηση άλλης μετάφρασης δεν είναι (κατά την πλατωνική ορολογία) «τρίτον από της αληθείας», όπως θα νόμιζε εκ πρώτης όψεως κάποιος, αλλά πολλοστόν. Το λέω αυτό γνωρίζοντας εξ επαφής ότι ήδη οι μεταφράσεις που εκπονούνται (κυριολεκτικώς) από το πρωτότυπο, ακόμα και οι πιο ακριβείς, συνεπάγονται εξ ορισμού όχι ήσσονος σημασίας απώλειες. 

Κάποιες φορές αυτοί που κατ’ ουσίαν μεταφράζουν από μεταφράσεις, σαν να τους οδηγούν οι Ερινύες των μεταφραστών, προσφεύγουν και στο πρωτότυπο, αλλά η γνώση της αρχαίας ελληνικής είναι τόσο πλημμελής, ώστε όχι σπανίως «εμπλουτίζουν» το κείμενό τους με χονδροειδείς και κάποτε κωμικοτραγικές παρανοήσεις. 

Ωστόσο, το κακό δεν σταματά στο ότι μεταφράζονται μεταφράσεις. Κάποιοι από τους πεφιλημένους μεταφραστές των φεστιβάλ στο πρόσφατο παρελθόν παρεμβάλλουν στο κείμενο των τραγικών, που υποτίθεται ότι μεταφράζουν, ολόκληρα κατεβατά δικής τους κοπής και εμπνεύσεως, χωρίς το παραμικρό έρεισμα στο αρχαίο κείμενο. Θεωρώντας δεδομένο ότι κανείς μας δεν θα ανεχόταν να παρεμβληθεί ακόμα και λέξη σε στίχο του Σολωμού ή του Καβάφη, έχω πάντα την απορία πώς νομιμοποιούνται τέτοιου τύπου αυθαιρεσίες.
 
– Ποια θεωρείτε κομβικά –και ίσως δυσκολότερα– σημεία για την κατανόηση των κειμένων της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας στην εποχή μας; Η απόδοση του Χορού;

– Οι ρόλοι και ο Χορός χρειάζονται το σκηνοθετικό φίλτρο, για να «εγερθούν» και να αποκτήσουν σάρκα σε μια σημερινή παράσταση, ωστόσο πολύ σωστά επισημαίνετε ότι το ζήτημα του Χορού παραμένει διαχρονικά κομβικής σημασίας για τις σύγχρονες παραστάσεις. Ο Χορός, που αποτελεί τη μήτρα από την οποία προήλθαν τόσο η τραγωδία όσο και η κωμωδία (εν αρχή ην ο Χορός), είναι στοιχείο ξένο για τη νεότερη δραματουργία, γεγονός που καθιστά τη σκηνοθετική αντιμετώπισή του εξαιρετικά δύσκολη. Γενικότερα τα στοιχεία που δυσκολεύουν ιδιαίτερα τις σύγχρονες σκηνοθετικές προσεγγίσεις είναι εκείνα για τα οποία δεν υπάρχει στη σύγχρονη εποχή κάτι ανάλογο. Στους «Πέρσες», για παράδειγμα, είναι δύσκολο να σκηνοθετηθεί πειστικά ο τελετουργικός δημόσιος θρήνος ανδρών υψηλότατου κύρους, όταν σήμερα δεν υπάρχει τίποτα συγκρίσιμο. 
 
– Είστε ικανοποιημένος από το επίπεδο των φοιτητών των θεατρικών σπουδών στην Ελλάδα; 

– Αν εξαιρέσουμε ένα μάλλον μικρό ποσοστό φοιτητών που πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για τις σπουδές και δείχνουν γνήσιο ενδιαφέρον,  το επίπεδο του λεγόμενου «μέσου όρου» φαίνεται ότι προοδευτικά υποχωρεί, κάτι που ισχύει γενικότερα για τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Οι λόγοι είναι πολλοί, με κυριότερο ίσως το ότι οι σπουδές κατά κανόνα δεν εγγυώνται κάποιου είδους επαγγελματική διέξοδο. 

Υπάρχουν ασφαλώς και ειδικότερες ευθύνες. Η πολιτεία δεν μπορεί να ιδρύει, μέσα σε μια διετία, τρία τμήματα θεατρικών σπουδών, όταν το τότε πανελληνίως διαθέσιμο επιστημονικό προσωπικό δεν αρκούσε για να στελεχωθεί ούτε το ένα. Και σαν να μην έφταναν τα τρία τμήματα, ήρθε λίγο αργότερα η ίδια πολιτεία και ίδρυσε ένα τέταρτο, το οποίο κανείς δεν είχε ζητήσει. 
Ευθύνες έχει και το ακαδημαϊκό προσωπικό, πρωτίστως για τις αναξιοκρατικές επιλογές διδασκόντων, κάποιες από τις οποίες στο πρόσφατο παρελθόν κυριολεκτικώς σοκάρουν. 

Η παράσταση των «Περσών» θα επαναληφθεί στο «Σχολείο της Αθήνας – Ειρήνη Παπά» (Πειραιώς 52, Μοσχάτο) από 1 έως 4 Οκτωβρίου.