ΒΙΒΛΙΟ

Απόδραση στα ενδότερα του φωτός

Η Ελλάδα, για τον Μίλερ, συνιστά καθαρτήριο από το οποίο εφορμά η μεταφυσική του για να τον οδηγήσει στη δυτική ακτή, στο Μπιγκ Σουρ (βλ. «Big Sur and the Oranges of Hieronymus Bosch», 1957), όπου θα στήσει το κοινόβιο των καλλιτεχνών που θα τον συνοδεύσουν για μεγάλο διάστημα της ζωής του.

Henry Miller, «The Colossus of Maroussi» (New Directions, 1941) και Χένρι Μίλερ, «Ο Κολοσσός του Μαρουσιού» (μτφρ. Ι. Καρατζαφέρη, Μεταίχμιο, 2017).

Σε αυτές τις μεταιχμιακές πύλες διακομιδής συνειδήσεων από τη μία γεωγραφική περιοχή στην άλλη· ο «Κολοσσός του Μαρουσιού» πωλείται συνήθως στα αεροδρόμια. Μπορεί οι υπεύθυνοι των πρακτορείων Τύπου να θεωρούν ότι προσφέρουν έναν ακόμη ταξιδιωτικό οδηγό για την Ελλάδα (στο οπισθόφυλλο, η αμερικανική έκδοση αναγράφει αυτό το «Travel») αλλά χωρίς ίσως να το γνωρίζουν πωλούν, έναντι συμβολικού αντιτίμου, μια αυθεντική συνειδησιακή εμπειρία.

Eχω αγοράσει κι εγώ ένα αντίτυπο του «Κολοσσού» από το Γκάτγουικ του Λονδίνου, νομίζω το 2006 – εποχή που το είχα διαβάσει για πρώτη φορά. Με είχε, θυμάμαι, συναρπάσει γιατί ο Μίλερ μέσα από τον χειμαρρώδη, πληθωρικό λόγο του, που έδενε με την αφελή νοσταλγία μου, του ξενιτεμένου φοιτητή, εξυμνούσε την απλότητα της Αθήνας και των περιχώρων της, της υπαίθρου, αλλά και των ανθρώπων που είχε συναντήσει σε εκείνο το ταξίδι του τις παραμονές του πολέμου.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το ’41, αλλά η επίσκεψή του είχε λάβει χώρα κάπου στα μέσα του ’39. Ο Μίλερ ήταν τότε 50 ετών και είχαν ήδη εκδοθεί οι δύο «Τροπικοί» και η «Μαύρη Aνοιξη». Βιβλία που δεν είχαν περάσει απαρατήρητα, αν και αυτό οφειλόταν περισσότερο σε λόγους που άπτονταν των πορνογραφικών αναφορών τους και λιγότερο της φρεσκάδας της γραφής του. Ο «Κολοσσός», βέβαια, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό· και όχι μόνο επειδή δεν διανθίζεται από ερωτικές σκηνές. Η γραφή είναι γάργαρη και πολλές φορές τόσο ανυπότακτη που ακροβατεί στα όρια της αμετροέπειας.

Μιας αμετροέπειας όμως που ο αναγνώστης γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι καθρεφτίζει το σκηνικό και τους ανθρώπους που αποπειράται να αποτυπώσει.

Η Ελλάδα ως καμβάς

apodrasi-sta-endotera-toy-fotos0
Το βιβλίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το ’41, αλλά η επίσκεψη του Μίλερ είχε λάβει χώρα κάπου στα μέσα του ’39.

Ο Μίλερ, προσκεκλημένος του Λόρενς Ντάρελ, φτάνει στην Ελλάδα μετά τις περιπλανήσεις του στη Νέα Υόρκη και στο Παρίσι. Αποφασίζει να περάσει ένα διάστημα αποχής από τη συγγραφή και έτσι δράττεται της ευκαιρίας να κοιτάξει την Ελλάδα ως καμβά πάνω στον οποίο θα ψυχανεμιστεί το μέλλον του. Η Ελλάδα, για τον Μίλερ, συνιστά καθαρτήριο από το οποίο εφορμά η μεταφυσική του για να τον οδηγήσει στη δυτική ακτή, στο Μπιγκ Σουρ (βλ. «Big Sur and the Oranges of Hieronymus Bosch», 1957), όπου θα στήσει το κοινόβιο των καλλιτεχνών που θα τον συνοδεύσουν και θα τον εμπνεύσουν για μεγάλο διάστημα της ζωής του.

Ο «Κολοσσός του Μαρουσιού» είναι ένα ιδιότυπο μυθιστόρημα μη μυθοπλαστικής δεινότητας· μια ιστορία εσωστρεφούς αυτάρκειας μέσα στο πλέγμα αλληλεξαρτήσεων που αφήνει πίσω της. Αλλά τι είδους καθαρτήριο είναι η Ελλάδα για τον Μίλερ; Η μεταφυσική του χρησιμοποιεί ως αφετηρία το πρωτόλειο ελληνικό φως και από εκεί, παραδόξως, χτίζεται (καθώς αποδομείται) προς το αδιαμεσολάβητο. «Δεν είναι απλώς το φως της Μεσογείου, είναι κάτι παραπάνω, κάτι απροσμέτρητο, κάτι ιερό. Εδώ, το φως περνάει κατευθείαν στην ψυχή, ανοίγει τις πόρτες και τα παράθυρα της καρδιάς, σε ξεγυμνώνει, σε εκθέτει, σε απομονώνει σε μια μεταφυσική ευτυχία που κάνει τα πάντα ξεκάθαρα χωρίς να γίνονται αντιληπτά. Το φως αυτό δεν σηκώνει καμιά ανάλυση: εδώ ο νευρωτικός είτε θα θεραπευτεί ακαριαία είτε θα παραφρονήσει» (σ. 45, δική μου μετάφραση).

Ο Μίλερ θα επιτεθεί σε πολλά κατασκευάσματα («abstractions») καθώς χτίζει αυτή τη μεταφυσική του φωτός. Θα αρνηθεί τον πόλεμο που μαίνεται προ των πυλών, προβαίνοντας σε αυτή την ηθικά αινιγματική δήλωση ενόχλησής του για την αναστάτωση που του χαλάει τις διακοπές, αλλά, ταυτόχρονα, θα αρνηθεί και την εύκολη επιστροφή του στην απομακρυσμένη ασφάλεια της Αμερικής.

Η Υδρα του Χατζηκυριάκου-Γκίκα και η ταύτιση με το «Μονοπάτι»

Ο Μίλερ θα αποπειραθεί να δραπετεύσει στα ενδότερα του φωτός· σε μια επικράτεια τόσο απομακρυσμένη, νοηματικά και φαινομενικά, από τον περίφημο «κλιματιζόμενο εφιάλτη» της γενέτειράς του, που όλα όσα συναντά του φαντάζουν πρωτόγνωρα. Θα περιπλανηθεί πρώτα στην Αθήνα και στα περίχωρά της, και μετά, με την προτροπή και υπό την καθοδήγηση του Γιώργου Κατσίμπαλη, του κολοσσού του τίτλου, θα αρχίσει το οδοιπορικό του. 

Από τον Πόρο, όπου το στενό θαλάσσιο πέρασμα του Γαλατά παραλληλίζεται με το πέρασμα από τα στενά της μήτρας, «με μια δεύτερη γέννηση», θα βρεθεί στην Υδρα, φιλοξενούμενος του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, όπου και θα συνειδητοποιήσει την αναπόδραστη συνάφειά του με το μονοπάτι που ανοίγεται μπροστά του. «Αυτό που μου συνέβη από αυτό το σημείο και πέρα έχει να κάνει με τη φύση της εξέλιξης και όχι της κατεύθυνσης. Δεν υπήρχε πλέον κάποιος στόχος παραπέρα – έγινα ένα με το Μονοπάτι» (σ. 56, «Μονοπάτι» με κεφαλαίο «Μ» στο πρωτότυπο, δική μου μετάφραση), θα γράψει ο Μίλερ ως επακόλουθο της καταβύθισής του στο φως. Μετά, θα ακολουθήσουν οι Σπέτσες, οι Μυκήνες, η Τίρυνθα, το Λεωνίδιο, το Ναύπλιο, η Κρήτη (Κνωσός, Φαιστός) και, τέλος, οι Δελφοί.

Μεστό βλέμμα

Ο σχολιασμός του συγγραφέα σε κάθε στάση του συνιστά αμάλγαμα υποκειμενικής αυθεντικότητας που διανθίζεται με το έρμα καίριων, αντικειμενικών παρατηρήσεων. Ο Μίλερ διαθέτει το μεστό βλέμμα του ανθρώπου που δεν πηγαίνει κάπου με προκατασκευασμένες πεποιθήσεις και σκέψεις, ξεπατικωμένες από τουριστικούς οδηγούς που βρίθουν παραπομπών μιας επίπονης σχολαστικότητας. Το ότι σίγουρα γνωρίζει πολύ περισσότερα από όσα διατείνεται ότι γνωρίζει διακρίνεται, για παράδειγμα, από τη συνάφεια και τις αντιθέσεις που υποδόρια σκιαγραφεί ανάμεσα στη μινωική Κρήτη και στον μυκηναϊκό πολιτισμό, αλλά και από τη βαθιά επίγνωσή του των αντιφατικών στοιχείων που κυβερνούσαν και όριζαν τον αρχαίο ελληνικό κόσμο: «(…) τις βίαιες, κρυστάλλινης καθαρότητας, αλήθειες που βασάνιζαν και οδηγούσαν σε παραφροσύνη το πνεύμα» (σ. 21, δική μου μετάφραση). Αλλά γνωρίζει περισσότερα και από το ό,τι μπορεί και διακρίνει στην αισθητική υπεροχή τοπίου και μνημείων τις φρικαλεότητες του παρελθόντος.

Σε τρία διαφορετικά γεωγραφικά σημεία «παγίδες», όπως τα αποκαλεί, ψυχανεμίζεται τις ενέδρες που θα είχαν στηθεί, διαισθάνεται τον θάνατο, και αποτίνει φόρο τιμής στο αίμα των ανδρών που χάθηκαν, στα περάσματα αυτά, στα βάθη της Ιστορίας, καθιστώντας το τοπίο έμπλεο αισθητικής ομορφιάς.

Η απορία

Αναφέρει ο Μίλερ σε κάποιο σημείο, λίγο μετά την αρχή του βιβλίου, έναν διάλογό του με τον Γιώργο Κατσίμπαλη, έναν από τους πολλούς που διανθίζουν το βιβλίο, και απορεί γιατί ο Κατσίμπαλης δεν γράφει. Απορεί ο Μίλερ, γιατί διαρκώς στέκεται ενεός απέναντι στην ικανότητα του Κατσίμπαλη να αφηγείται αλλά και στην εμμονή του στην άρνηση της συγγραφής. Εκεί λοιπόν, σε αυτό τον διάλογο που λαμβάνει χώρα στις Σπέτσες, λέει ο Κατσίμπαλης ότι «(…) οι καλύτερες ιστορίες είναι αυτές για τις οποίες δεν τρέφεις καμία επιθυμία να τις κρατήσεις ζωντανές· να τις συντηρήσεις. Αν υπάρχει απώτερο κίνητρο η ιστορία καταστρέφεται. Πρέπει να είναι ατόφιο δώρο… πρέπει να την πετάς στα σκυλιά. I’m not a writer», λέει, για να συμπληρώσει «(…) είμαι αυθόρμητος τύπος» (σ. 66, δική μου μετάφραση).

Προτείνω, λοιπόν, η ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου να διακατέχεται από αυθορμητισμό. Να πραγματοποιηθεί χωρίς την επιθυμία να συγκρατηθεί κάτι· ωσάν μία από αυτές τις αφηγήσεις του Κατσίμπαλη… δώρο στα σκυλιά.
 
Ο «Κολοσσός του Μαρουσιού» κυκλοφορεί και είναι διαθέσιμος από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο έχουν κυκλοφορήσει η αλληλογραφία του Χένρι Μίλερ με την Αναΐς Νιν, η «Μαύρη Ανοιξη»,

«Ο κόσμος του σεξ», «Ο τροπικός του καρκίνου», ο «Κλιματιζόμενος εφιάλτης» κ.ά. (εξαντλημένα όλα). Αλλα βιβλία του Χένρι Μίλερ στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Ζαχαρόπουλος, Κάκτος, Νεφέλη κ.ά.