ΠΟΛΗ

Ιστορίες και σκιές στα μέτωπα της οδού Περικλέους

Ιστορίες και σκιές στα μέτωπα της οδού Περικλέους

Κατεβαίνοντας από την Καραγεώργη της Σερβίας προς την Αγία Ειρήνη, θα ήθελα να έχω συνοδοιπόρο έναν επισκέπτη της Αθήνας. Θυμάμαι πάντα αυτό που μου είχε πει ένας ξένος ταξιδιώτης, ότι πιο πολύ αυτό που τον γοήτευσε στην Αθήνα ήταν τα δρομάκια κάτω από το Σύνταγμα προς την Αθηνάς και την Ομόνοια. Μου έλεγε για τη Νίκης, τη Λέκκα, την Ευαγγελιστρίας, την Αγίου Μάρκου, την Πραξιτέλους, για τα παλιά μαγαζιά, τις μικρές στοές, τη μείξη των κτιρίων, τις καπνισμένες προσόψεις. Είχα καταλάβει τι ήταν αυτό που προκαλούσε το βλέμμα, είχα νιώσει πολλές φορές την αύρα εκείνης της γνήσιας αθηναϊκότητας.

Από τότε έχουν περάσει πολλά χρόνια και κάποια από τα μαγαζιά που είχαν γοητεύσει τον ξένο ταξιδιώτη έχουν πλέον κλείσει, μερικές ερειπωμένες προσόψεις είναι πια φρεσκαρισμένες, δρομάκια έγιναν πεζόδρομοι, εστιατόρια και καφέ γέμισαν όλο αυτό το πλέγμα των δρόμων. Αλλά η ατμόσφαιρα εκείνη που είχε συγκινήσει τον επισκέπτη μας, επιζεί. Μερικές φορές με ξαφνιάζει και μένα τον ίδιο όταν κατηφορίζοντας από το Σύνταγμα προς την Αιόλου, ακολουθώντας τη μακρά γραμμή που αλλάζει όνομα (Καραγεώργη της Σερβίας – Περικλέους – Αθηναΐδος) βλέπω μικρά μαγαζιά θαρρείς ξεχασμένα από τον χρόνο και στενά κτίρια του Μεσοπολέμου, με την αιθάλη της πατίνας, με σκοτεινά λαγούμια, με μισοπεσμένες επιγραφές, με τη μυρωδιά της υγρασίας και του χρόνου να βγαίνει σε μπάλες ατμού από τα σωθικά τους. Αυτή η συνύπαρξη με όσα ελκύουν πλέον τόσο κόσμο για φαγητό και ποτό, μου γεννάει αισθήματα προσμονής και αναπόλησης. Βαθαίνει η μνήμη σε δανεικά βιώματα και το βλέμμα αναζητεί τις προβολές στο μέλλον.

Οσο κατηφόριζα όμως την Περικλέους και καθώς το φως χάιδευε τις προσόψεις των κτιρίων, είδα σαν αποκάλυψη το ενιαίο μέτωπο των κτιρίων. Ηρθε στον νου αντίστοιχη εικόνα στην κοντινή οδό Κολοκοτρώνη, με τη σειρά των σπιτιών της από χρονιές σκόρπιες, που φέρνουν κοντά σε μια θελκτική γειτνίαση, το 1909, το 1914, το 1925, το 1934 και το 1949. Μια βεντάλια της Αθήνας, από τα σπλάχνα του εικοστού αιώνα.

Στην Περικλέους ξεδιπλώνεται με την ίδια ένταση η εμπορική ζωή της Αθήνας τα χρόνια του Μεσοπολέμου. Μετά το 1922, πολλά από τα μονώροφα και διώροφα της προγενέστερης περιόδου έπεσαν για να υψωθούν εκλεκτικιστικά τριώροφα και μοντερνιστικά γραφεία. Ανάμεσα, σαν σφήνες, επιβιώνει η αθηναϊκή μπελ επόκ, με κορνίζες νεο-αναγεννησιακές, με ραγισμένα αετώματα, με αθέατες σκάλες και σπασμένα πλακάκια. Ολα μαζί αναδεύονται σε μια αθηναϊκή χοάνη, σε μια δίνη αισθήσεων, σε ένα χορό αισθητικών μορφών και καταγεγραμμένων εμπειριών. Είναι μια αποθήκη του χρόνου.

Ολα τα μέτωπα του παλιού εμπορικού κέντρου, ανισοϋψή, άνισα σε χάρη και ένταση, συνθέτουν ωστόσο μια αφήγηση που εισχωρεί στο αίμα σου. Αντικρίζω τις προσόψεις της Περικλέους με όλες εκείνες τις ρηγματώσεις και τις ταπεινές αξιώσεις, και στα μάτια μου παρελαύνει ο εμπορικός της κόσμος, χωνεμένος στη γη της Αθήνας. Μαζί έρχονται και οι ταγκές μυρωδιές, από γυαλισμένο μέταλλο, από υγρό ξύλο, από διαβρωμένο μάρμαρο. Από σκοτεινές στοές προβάλλουν φιγούρες, από παράθυρα διακρίνονται σκιές, από περάσματα ακούγονται βήματα, της φαντασίας και της αλήθειας.

Σαν να μην είχε περάσει ένας ολόκληρος αιώνας και βάλε, τα σπίτια της οδού Περικλέους και των πέριξ στέκουν εκεί αγέρωχα μέσα στην ετοιμορροπία τους, αθηναϊκά ώς το κόκαλο, ευγενή ως μορφές μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης. Ορίζουν το βλέμμα, υποβάλλουν με την παρουσία τους, είναι τα ίδια κιβωτοί μιας ζωής που συνεχίζει όπως μπορεί, εκεί στα ίδια πεζοδρόμια της οδού Περικλέους.