ΒΙΒΛΙΟ

Από την «Γκόλφω» στην «Ευτυχία»

«Δεν υπάρχει καμία ταινία που να μην την έχω δει με ενδιαφέρον, όσα αρνητικά “αστέρια” και αν πήρε», λέει ο Γιάννης Σολδάτος, ο οποίος επί 45 χρόνια παρακολουθεί και καταγράφει την πορεία της έβδομης τέχνης στη χώρα μας. (Φωτ. ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΜΑΣΟΥΡΗ)

Η σύνδεση γίνεται σχεδόν αυτόματα: Ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου – Γιάννης Σολδάτος. Το σκέφτομαι καθώς σπρώχνω τη βαριά πόρτα μιας ταλαιπωρημένης στην όψη μονοκατοικίας στην Τσαμαδού, στα Εξάρχεια, όπου στεγάζονται οι εκδόσεις «Αιγόκερως». Στο εσωτερικό, όμως, ένας άλλος κόσμος. Ξύλινα πατώματα, ευρύχωρα ηλιόλουστα δωμάτια, βιβλία παντού. Στο γραφείο του Γιάννη Σολδάτου, από μικρές λεπτομέρειες, μαντεύει εύκολα κανείς τη μακρόχρονη και πολύπλευρη πορεία του στον καλλιτεχνικό χώρο. Ιστορικός, σκηνοθέτης, συγγραφέας, αφοσιωμένος κυρίως στην παρακολούθηση και καταγραφή της πορείας του ελληνικού σινεμά και μάλιστα μέσα στο πολιτικό, κοινωνικό πλαίσιο της κάθε εποχής. Μόλις κυκλοφόρησε μια νεότερη, δίτομη έκδοση της «Ιστορίας του ελληνικού κινηματογράφου», 45 χρόνια μετά την πρώτη, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ως «φιλοξενούμενη», στο περιοδικό «Φιλμ» του Θανάση Ρεντζή (εκδόσεις Καστανιώτης). Εκτοτε συμπληρώνεται και επανεκδίδεται. Η νέα έκδοση περιλαμβάνει και αναθεωρήσεις, ένα κείμενο επισκόπησης 30 σελίδων και όλη την αφήγηση από το 2007, όπου σταματούσε η προηγούμενη, μέχρι σήμερα, μαζί με πίνακες και ευρετήρια. Πρώτη ταινία του 20ού αιώνα η «Γκόλφω» του Κωνσταντίνου Μπαχατώρη σε σενάριο Σπύρου Περεσιάδη (1914), τελευταία, μέχρι να τυπωθεί ο τόμος, η «Ευτυχία» του Αγγελου Φραντζή (2019).

«Ποια είναι η κατεξοχήν παρατήρηση που έχετε να κάνετε για την πορεία του ελληνικού σινεμά και των δημιουργών του μέσα στις δεκαετίες; Πήγε μπροστά, έγινε ανταγωνιστικός, αναγνωρίσιμος, θεραπεύτηκαν οι “παιδικές του ασθένειες”;» ρωτάμε. 

apo-tin-gkolfo-stin-eytychia0
H νεότερη, δίτομη έκδοση της «Ιστορίας του ελληνικού κινηματογράφου».

«Προκειμένου να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση, μου έφαγε μισόν αιώνα και χιλιάδες σελίδες και πάλι η απάντηση είναι παρακινδυνευμένη», σχολιάζει. «Δεν αποφαίνομαι με ευκολία, υμνώντας πράγματα και κυρίως, όπως κάνουν οι περισσότεροι, κατηγορώντας τον “ανάπηρο κινηματογράφο μας”. Φυσικά τα ανάπηρα παιδιά μας τα αγαπάμε περισσότερο από τα υγιή. Δεν υπάρχει καμία ταινία που να μην την έχω δει με ενδιαφέρον, όσα αρνητικά “αστέρια” κι αν πήρε, όσο “σκουπίδι” κι αν είναι με τους κανόνες της όποιας αισθητικής. Πήγε λοιπόν μπροστά το ελληνικό σινεμά, γιατί πίσω δεν μπορείς να πας, παρά μόνο με τη φαντασία σου και τη νοσταλγία, ανταγωνιστικό δεν έγινε, ούτε με τον εαυτό του, αναγνωρίσιμο είναι σαφέστατα, δεν θεραπεύτηκαν οι παιδικές του ασθένειες και δεν υπάρχει λόγος να θεραπευθούν, γιατί θα χάσει αυτή την αθώα παιδικότητά του».
 
– Είστε σε επαφή με τη νεότερη γενιά σκηνοθετών; Τους νέους μικρομηκάδες, για παράδειγμα, τους γνωρίζετε; 
– Εχω πλήρη γνώση. Πέρα από τα φεστιβάλ, μου στέλνει και η Ακαδημία Κινηματογράφου όλο το πακέτο. Το περιμένω σαν ετήσια εορτή, για να δω και να εισπράξω τα σπουδαία και τα ευτράπελα. 
 
– Εχετε γνωρίσει και συναναστραφεί τους περισσότερους σκηνοθέτες του ελληνικού κινηματογράφου, εδώ και μισό, περίπου, αιώνα. Θα ήθελα να μου περιγράψατε μια σκηνή ή ένα πλάνο από ταινία, που δεν θα σταματήσει ποτέ να σας συνεπαίρνει.
– Με αποδέχθηκαν και με τίμησαν ως ιστορικό του κινηματογράφου όλες οι προσωπικότητες του χώρου μας και ως τέτοιο με σύστηναν. Μόνο ένας τα απαξίωνε όλα γιατί του ήταν άχρηστα, ο Θανάσης Βέγγος, που με σύστηνε σκέτα ως «οικογενειακό φίλο» και ας χάρηκε με το βιβλίο και την ταινία που έφτιαξα γι’ αυτόν. Ο Κούνδουρος με απειλούσε πλειστάκις όταν έλεγα ότι θέλω να γράψω ένα βιβλίο για αυτόν. Το τόλμησα και πέθανε κρατώντας το επί δέκα χρόνια στα χέρια, αυτό το πλέον αλαζονικό πλάσμα που γνώρισα, ένας από τους πιο ωραίους Ελληνες. Δεν θέλω να συνεχίσω γιατί θα γίνω γραφικός.

apo-tin-gkolfo-stin-eytychia1

H κεντρική σκηνή, από τις πιο σπουδαίες του «Hνίοχου», είναι αυτή του Kώστα Kούτρα: ένας τσοπανάκος, στο εφηβικό του πύρωμα, με μόνο του εφόδιο τα παραμύθια που άκουγε από τον παππού του, βρίσκει ένα αυτόματο και γίνεται αντάρτης. Ομως το πολιτικά κατευθυνόμενο αντάρτικο δεν επιτρέπει αυθορμητισμό και ελεύθερη βούληση. Tον βαφτίζει εχθρό τού «λαϊκού κινήματος» και σχεδιάζει την εξόντωσή του. Tον κυκλώνουν την ημέρα του γάμου του, μαζί τους και ο Nέος, κι εκεί, στο χορταριασμένο αλώνι, ο Αλέξης Δαμιανός στήνει μια ακόμη μεγάλη σκηνή για την κινηματογραφική μας ανθολογία: δεσπόζει στη φύση, στο τοπίο, τιμά τη ζωή με το παράστημά του ο γαμπρός. H αυτοσχέδια ορχήστρα, από αλλόκοτες φιγούρες, παίζει το γαμήλιο εμβατήριο, ενώ τα πολυβόλα είναι στραμμένα πάνω του, σκηνικό που τον μεθά: η καμπάνα, η μουσική, με κυρίαρχη την γκρανκάσα και το κλαρίνο, τα πολυβόλα που βαράνε. Tον καλούν να παραδοθεί, όμως αυτός έχει μπει στην περιοχή του διονυσιακού οργίου. Προκαλεί τον Xάροντα· προκαλεί τη ζωή.