ΠΟΛΗ

Η μυρωδιά της αθηναϊκής πολυκατοικίας

Κλιμακοστάσιο με τη χάρη της αρ ντεκό σε προπολεμικό κτίσμα της Ζακύνθου 14. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ)

Περπατώντας στους δρόμους και στα δρομάκια, ανάμεσα στη Φωκίωνος Νέγρη και την πλατεία του Αγίου Γεωργίου, στην Κυψέλη, ξεχειλίζουν οι αισθήσεις από την αύρα του εικοστού αιώνα. Σε 100 χρόνια από τώρα, το 2120, αν υποθέσουμε ότι οι περισσότεροι δρόμοι της Κυψέλης θα διατηρούν τη σημερινή όψη τους, ο διαβάτης του μέλλοντος θα ρουφάει την ατμόσφαιρα που έχτισε η πόλη, χρόνο με τον χρόνο, από το 1900 ώς το 2000. Θα είναι απόλαυση στα δικά του μάτια και στις δικές του αισθήσεις του 22ου αιώνα, καθώς η παλαιότατη συνοικία της Κυψέλης θα είναι ένα εκθετήριο ύφους και στυλ, θα είναι ένα ανοικτό μάθημα αστικής ιστορίας.

Αλλά και τις προάλλες, ενώ βάδιζα στη μικρή και ατμοσφαιρική οδό Σποργίλου όσα έβλεπα με διαπότιζαν με εκείνη τη διφορούμενη εντύπωση του μέλλοντος που έγινε ιστορία. Η γεωμετρία της δεκαετίας του 1930 είναι διάχυτη, ακόμη και αν εντοπίζεται σε λεπτομέρειες εισόδων, σε ημικυκλικές προεξοχές, σε στρογγυλούς φεγγίτες ή σε μαρμάρινα κλιμακοστάσια. Καθώς η Σποργίλου εκβάλλει στην Ζακύνθου, ακριβώς εκεί στη συνάντησή τους, η διάφανη είσοδος της μεσοπολεμικής πολυκατοικίας, στον αριθμό 14, μου δίνει τη θέα μιας κομψότατης σκάλας, ένα αέρινο αρ ντεκό γλυπτό, που δεν έχει καμία επιτήδευση και καμία πρόθεση να δηλώσει κάτι πέρα από τη σεμνή παρουσία της. 

Κρυμμένη μέσα σε εισόδους, βρίσκει κανείς αυτή τη μυστική γλώσσα του εικοστού αιώνα, που, περισσότερο από ύλη και μορφή, υπερισχύει με τη μυρωδιά της αθηναϊκής πολυκατοικίας. Είναι μια μυρωδιά χωνεμένη σε ένα κοινό θυμικό και αχνίζει από μωσαϊκά, μάρμαρα, φωταγωγούς, ημιυπόγεια, ρετιρέ, ανελκυστήρες και ακάλυπτους. Προσδιορίζεται ως ένα ενδημικό φαινόμενο και απαντάται σε πολυκατοικίες του ’30, του ’50, του ’60 και του ’70.

Είναι η μυρωδιά του αθηναϊκού εξαστισμού όπως πήρε μορφή στον τύπο της πολυκατοικίας, κομψής ή ευτελούς, τριώροφης ή εξαώροφης, με φτηνά ή ακριβά υλικά, με όλα τα σήματα και τους κώδικες μιας εποχής που ενώ έχει γλιστρήσει στο χθες επιζεί ως ζώσα μνήμη. Είναι ακόμη ενεργή ως κομμάτι αναμνήσεων και ικανή να αναζωπυρώσει εικόνες από εφηβείες που χάθηκαν όπως ήρθαν.

Το εκθετήριο της αστικής Αθήνας όπως το βιώνει ένας διαβάτης του 21ου αιώνα (και όπως πιθανώς θα το βιώσει ένας αντίστοιχος του 22ου που θα νιώθει νοσταλγία για τα παιδικά χρόνια του 2080), συνθέτει ένα πανόραμα αισθήσεων. Συνήθως, η πολυκατοικία ως το ισχυρότερο είδος υπερισχύει στο αποτύπωμα της φαντασίας και μαζί φέρνει, ως ιλύ της αστικής μνήμης, τα προγενέστερα σπίτια του 1910 και του 1920, τα μονώροφα με τις αυλές, τα δίπατα με τις ωραίες εξώθυρες, τους αθέατους κήπους και μαζί τα έπιπλα, τα κλιμακοστάσια, τα περβάζια και τις πίσω όψεις, κρυμμένες και αυτές ανάμεσα σε μεσοτοιχίες, σκάλες μεταλλικές και σκονισμένα δέντρα. 

Σε αυτό το φαντασιακό ίχνος, κάθε διαβάτης θα βρει τους συνομιλητές του. Είναι συνήθως οι δεύτερες φωνές και οι ψίθυροι που συγκατοικούν μέσα σας και που σαλεύουν από τον λήθαργό τους με το πρώτο ερέθισμα. Στα στενά της Κυψέλης, με τη βαθιά αστικότητα σε όλες της τις μορφές, η μυρωδιά της μνήμης από σύμπαντα τον εικοστό αιώνα ξεχειλίζει από προσόψεις και περάσματα. Θα το φανταζόταν άραγε η Κυψέλη, το 1960, όταν έχτιζε διαμερίσματα επιθυμίας και κοινωνικής ανόδου, ότι έφτιαχνε μια νεότευκτη αστική μυθολογία; 

Από τη Σποράδων και την Επτανήσου προς τον Αγιο Γεώργιο νιώθω αυτό το παλίμψηστο της αθηναϊκής διαδρομής, μέσα από δεκάδες μπαλκόνια, εξώθυρες και βλέμματα ορατά και αόρατα. Περνάω από εισόδους του 1937 και του 1959 και γνωρίζω τη μυρωδιά…