ΒΙΒΛΙΟ

Η μοναξιά της δημιουργικής γυναίκας

i-monaxia-tis-dimioyrgikis-gynaikas

«Μπορούμε πλέον να κάνουμε ταινίες όπου οι γυναίκες πρωταγωνίστριες δεν είναι η γυναίκα κάποιου, η μητέρα κάποιου, η αδελφή κάποιου, αλλά οι ίδιες είναι ολοκληρωμένες προσωπικότητες και στέκουν μόνες τους στο κάδρο». Αυτά είναι τα λόγια της Μαρζάν Σατραπί, της δημιουργού του υπέροχου «Περσέπολις» που συγκινεί ακόμα. Ο λόγος της, όμως, αυτήν τη φορά αφορά την τελευταία της ταινία, που προβλήθηκε και στην Ελλάδα στις αρχές του φθινοπώρου, με τίτλο «Radioactive». Ηρωίδα της η Μαρί Κιουρί, την υποδύεται η σπουδαία ηθοποιός Ρόζαμουντ Πάικ (από τις ταινίες της που αξίζουν για το ίδιο ζήτημα, το «A private war»). Επιστήμονας που τιμήθηκε με δύο Νομπέλ, επαναστάτρια με τον τρόπο που έζησε και εργάστηκε, που πάλεψε κόντρα στο κατεστημένο. Που άφησε έργο στην υπηρεσία της ανθρωπότητας. Οχι στη σκιά του συζύγου της. Αλλά στο φως και στο σκοτάδι της δικής της ύπαρξης, της δικής της δημιουργίας.

Αυτές τις ημέρες είδα τους τρεις κύκλους της δανέζικης τηλεοπτικής σειράς με τίτλο «Borgen» που προβάλλεται στο Netflix. Σε αυτήν τη σειρά, ηρωίδα είναι η Μπιργκίτε Νούμπορ, η γυναίκα που με πάθος διεκδικεί την πρωθυπουργία και την κερδίζει. Και ενώ είναι επιτυχημένη η θητεία της, η ζωή της επιφυλάσσει τόσα σκαμπανεβάσματα σε όλα τα πεδία, που εκείνη πρέπει με δεξιότητα, θάρρος, πείσμα αλλά και εντιμότητα να θέτει ξανά και ξανά τις προτεραιότητές της. Αρκετοί είναι αυτοί που την παρομοιάζουν με τη νεότατη πρωθυπουργό της Φινλανδίας Σάνα Μάριν. Οπως και να έχει, η ζωή εμπνέεται από την τέχνη και η τέχνη από τη ζωή.

Τι συνδέει όμως τη Μαρί Κιουρί των αρχών του προηγούμενου αιώνα με την τηλεοπτική πρωθυπουργό Μπιργκίτε Νούμπορ των αρχών του 21ου; 
Μέσα στην ταινία της Σατραπί, της σκηνοθέτιδος που έφυγε από το Ιράν αναζητώντας την ελευθερία της, υπάρχει μια μικρή αλλά συγκλονιστική σκηνή, από αυτές που δεν δίνουμε πολύ σημασία. Η Μαρί Κιουρί απέναντι σε έναν άνδρα, τον άνδρα της εν προκειμένω που ήδη τη θεωρεί ισότιμη, έχει την ανάγκη να δώσει ξανά και ξανά μάχες για όσα είναι δικά της. Δεν της είναι αρκετό να την αναγνωρίζει ο άνδρας της, γιατί ζει σε έναν κόσμο όπου ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη. Κανείς άλλος δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει εκείνη τη στιγμή την αξία της. Ολοι θεωρούν ότι είναι η γυναίκα του Κιουρί. Εκείνη δίνοντας τη μάχη της μέσα στο σπίτι που είναι το εργαστήριό της, προσπαθεί να οριοθετήσει τον χώρο της. Κάποια στιγμή κοιτώντας τον άνδρα της στα μάτια τον ρωτάει εάν τη θεωρεί εγωίστρια. Εκείνος που έχει καταλάβει περισσότερα της απαντά με την περίφημη φράση «δεν είσαι καθόλου εγωίστρια, είσαι εγωκεντρική γιατί πρέπει».

Βρισκόμαστε στη Δανία του 2010 και η Μπιργκίτε Νούμπορ στο «Borgen» βρίσκεται σε πυρετό προεκλογικής περιόδου. Παράλληλα νοσεί. Το πρώτο πράγμα που θέλει να κάνει είναι να κόψει τις γέφυρες με τον τωρινό της σύντροφο, έναν Βρετανό αρχιτέκτονα, που η εργασία του σημειολογικά είναι να χτίζει γέφυρες. «Δεν αντέχω τώρα να έχω κάποιον να με νοιάζεται», θα πει η Μπιργκίτε. Για να δεχθεί τελικά τη συμπαράσταση του συντρόφου της με κατανόηση.

Εχουμε συνηθίσει να προσπερνάμε τέτοιες φράσεις. Πολύ γρήγορα, πολύ εύκολα θα λέγαμε ότι αυτές οι γυναίκες είναι ακατάδεκτες, εγωίστριες, τρελές, γυναίκες αχάριστες, που τους χαρίζεται η εύνοια ενός άνδρα και αυτές την κλωτσάνε. Ετσι δεν σκεφτόμαστε οι περισσότεροι/ες; Γιατί σε αυτή την κριτική δεν θα μπουν μόνον άνδρες, αλλά και όσες γυναίκες θεωρούν το σημαντικότερο επίτευγμα την εύνοια ενός άνδρα, το οποίο είναι σεβαστό, αλλά δεν αφορά αυτό όλες τις γυναίκες.

Υπάρχει μια μοναδική, εξαιρετική διαφορά ανάμεσα στους άνδρες που διαπρέπουν και στις γυναίκες που διαπρέπουν. Που έχουν δικό τους όραμα για την κοινωνία, την επιστήμη και τη ζωή. Αυτή τη διαφορά την ορίζει το φύλο, βιολογικό, ψυχικό και κοινωνικό. Οι άνδρες που διαπρέπουν «ανθίζουν» μέσα στους γάμους, αυτό δείχνουν τα στατιστικά. Διότι οι γυναίκες στέκονται αρωγοί στο όραμα του άλλου. Οι γυναίκες όμως πολύ σπάνια. Και αυτό δεν είναι μόνον κοινωνικό ζήτημα ανισότητας, είναι ψυχικής τάξης ζήτημα. Οι γυναίκες λόγω της μητρότητας δεν είναι σχεδόν ποτέ εγωκεντρικές. Γίνονται μήτρες ώστε να εμπεριέχουν το περιβάλλον τους. Είναι δορυφόροι υποστήριξης ενός ολόκληρου συστήματος. Και είναι σπουδαία η δουλειά τους. Για όσες όμως έλαχε η ζωή να διαφέρουν, να έχουν ένα υψηλό νοητικό δυναμικό ή ένα δικό τους αυτόνομο όραμα, πρέπει να συγκρουστούν μέσα τους με το πιο βαθύ παραδεδομένο αίσθημα. Να γίνουν μήτρες ενός ευρύτερου νοήματος, όχι μόνον των παιδιών τους, σίγουρα όχι του άνδρα τους. Να μην ανήκουν. Γιατί το ανήκειν στις γυναίκες αφαιρεί, δεν προσθέτει. Το ανήκειν στις γυναίκες έχει συνεχή πάρε-δώσε, μεγάλη εμπλοκή και τελικά καθήλωση. Γιατί ξαναμπαίνουν σε ρόλο παθητικό, ετεροαναφορικότητας, τη στιγμή κατά την οποία εκείνες χρειάζονται την ενεργητικότητά τους για να παραγάγουν αυτόνομο έργο.

Γιατί αν ανήκουν, αν ορίζονται από το βλέμμα ενός άνδρα, τότε δεν θα προσφέρουν στο παρόν και στο μέλλον του κόσμου, αλλά μόνον ίσως στην οικογένειά τους.