ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ζούμε με μνήμες, χωρίς μέλλον

zoyme-me-mnimes-choris-mellon

Εχοντας ζήσει 10 χρόνια στο Βερολίνο, o Αλέξανδρος Αβρανάς αισθάνθηκε πιο κοντά στο έργο «Σ’ εσάς που με ακούτε» της Λούλας Αναγνωστάκη, που ανεβαίνει στη σκηνή Ν. Κούρκουλος στο Εθνικό Θέατρο, στις 30 του μηνός. «Δεν είμαι πολύ μεγάλος λάτρης των ελληνικών κειμένων», λέει στην «Κ» για το πρώτο ελληνικό έργο που σκηνοθετεί.

Ο γερμανοτραφής, βραβευμένος κινηματογραφιστής αναζητά τη λοξή ματιά στα κείμενα και δηλώνει πιο κοντά στο ύφος του Δ. Δημητριάδη και του Γ. Διαλεγμένου. «Το λέω με όλη την αγάπη μου στους υπόλοιπους. Δεν είναι η πρώτη μου επιλογή να σκηνοθετήσω ελληνικό κείμενο». Ομως, το έργο της Αναγνωστάκη μιλάει για ανθρώπους σε ένα μεταίχμιο. Διαδραματίζεται στο Βερολίνο, σε μια πόλη που είναι σε καθεστώς συμπλοκών και βίας, σε ένα σπίτι που υπενοικιάζει ο Γερμανός ιδιοκτήτης του, παντρεμένος με Ελληνίδα μετανάστρια δεύτερης γενιάς. Σε ένα δωμάτιο μένει ο Αγης, επίδοξος συγγραφέας, εξαρτημένος από ναρκωτικά, ο οποίος παίρνει μέρος σ’ ένα φόρουμ… «Οι χαρακτήρες είναι μετανάστες και όλοι έχουν ένα ζωτικό ψεύδος για να μπορέσουν να κρατηθούν στη ζωή. Γι’ αυτό διάλεξα μια φόρμα αρκετά μελοδραματική. Ανθρωποι που δεν μπορούν να αποφασίσουν ποιοι θέλουν να είναι πραγματικά, προσπαθούν να υιοθετήσουν συμπεριφορές και φόρμες κοινωνικώς αποδεκτές». 

Επιζητώντας όπως πάντα την πολιτική διάσταση στην τέχνη, τονίζει ότι «ζούμε σε μια μεταιχμιακή εποχή. Οι ιδεολογίες τελείωσαν το 1989, με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Εκτοτε δεν ήρθε κάτι νέο, οπότε η γενιά μου, οι σημερινοί 40άρηδες, ζούμε με τις μνήμες του παρελθόντος αλλά χωρίς μέλλον. Τα νέα παιδιά σε λίγο δεν θα ξέρουν καν τι ήταν το Τείχος του Βερολίνου, κάτι για το οποίο δεν ευθύνονται εκείνα όσο η παιδεία και η έλλειψη νέας πρότασης». 

zoyme-me-mnimes-choris-mellon0Οταν το 2000 πήγε για  Εrasmus στο Βερολίνο (έζησε τελικά μία δεκαετία), το θέμα ήταν ακόμη νωπό. «Το καταλάβαινες και από το ποιοι μιλούσαν αγγλικά. Οι ανατολικοί ήξεραν πέντε λέξεις, οι δυτικοί γνώριζαν καλά τη γλώσσα. Με την πτώση του Τείχους είχαν την ελπίδα του καπιταλισμού, του καινούργιου, αλλά γρήγορα συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούσαν να αφομοιωθούν, περιθωριοποιήθηκαν και έφτασαν μέχρι και τον ναζισμό. Οι νεοναζί στο Βερολίνο δεν είναι αριστεροί, δεν είναι δυτικοί, είναι πρώην ανατολικοί. Το έργο της Αναγνωστάκη και ό,τι πραγματεύεται, όταν γράφτηκε το 2003, ήταν ακόμη ενεργό, τώρα είναι κυρίως ως έννοια παρά ως πραγματικότητα. Κάποια πράγματα ξεπεράστηκαν, όμως ο φασισμός έμεινε κάτι που βλέπουμε στη Σουηδία, στην Πολωνία κ.α. Το έργο της δεν έχει καθαρή πολιτική θέση, και καλά κάνει. Ετσι κι αλλιώς, το στρατευμένο δεν με ενδιαφέρει. Το θέμα είναι ότι οι χαρακτήρες ζουν το ζωτικό ψεύδος που έχει ο Ιψεν στα έργα του, όλοι παραμυθιάζονται με κάτι».

Πώς χαρακτηρίζει σήμερα την κοινωνία στην οποία ζούμε; «Φοβισμένη. Γι’ αυτό μου φάνηκε ενδιαφέρον το ξέσπασμα και η συσπείρωση του κόσμου στη δίκη της Χρυσής Αυγής. Γιατί δεν είναι ο κανόνας αλλά η εξαίρεση».

Ταυτισμένος με τον χώρο του σινεμά, προσπαθεί η παράστασή του «να είναι επί της ουσίας κινηματογραφική, χρησιμοποιώντας το μοντάζ όχι το βίντεο». Από την άλλη, στις ταινίες του κάνει θεατρικές πρόβες. «Με τη δημιουργία ενός κόσμου μπορούν πολλά να ειπωθούν και να εκφραστούν». Λέει επίσης ότι στον κινηματογράφο «κάθε στιγμή όλα συγκρίνονται  με την πραγματικότητα, κάτι που στο θέατρο δεν είναι απαραίτητο. «Στο θέατρο μπορεί κάποιος εύκολα, όταν έχει λόγο, να φτάσει σε υπερβολές, όπως στην παράσταση αυτή. Είναι μια υπερβολική παράσταση, που φτάνει στα όρια της παράνοιας». 

Είτε εργάζεται στο θέατρο, στο σινεμά, είτε ως εικαστικός που πρωτοσπούδασε, αντιμετωπίζει τα πάντα «ως έργο τέχνης που έχει ένα λόγο ύπαρξης στην κοινωνία, γιατί έρχεται να την αναλύσει, να την προϊδεάσει ή ακόμη και να την εξελίξει στη δομή της. Το ζητούμενο είναι να καταφέρουμε να θέσουμε πράγματα, να προκαλέσουμε ερωτήματα, όχι δεικτικά “εσείς είστε οι χαζοί και εμείς οι έξυπνοι”, όπως πολλές φορές έθεσε στη δεκαετία του ’80 ο ελληνικός κινηματογράφος. Σήμερα το πρόβλημα της κοινωνίας είναι ότι μπερδεύει το πρόβλημα με τον προβληματισμό».

Οταν ξεκίνησε ο Αλ. Αβρανάς με το «Without», την πρώτη του ταινία, κόστους 35.000 ευρώ και 4 εβδομάδων γυρισμάτων, τάραξε τα νερά. «“Ηρθε τώρα ο εικαστικός” ειρωνεύονταν». Η δεύτερη ταινία του ήταν για το μεταναστευτικό και η τρίτη, το «Miss Violence» (πήρε τον αργυρό λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας), «γυρίστηκε χάρη στον Κωνσταντακόπουλο, που μου έδωσε 100.000 ευρώ. Δηλαδή, η Μαζεράτι που μας πήγε στη Βενετία ήταν πιο ακριβή». 

Ισχυρίζεται ότι δεν άλλαξαν πολλά από τότε. «Οι δημοσιογράφοι που δεν με συμπαθούν, πρώτα γράφουν την κριτική και μετά βλέπουν την ταινία μου». Το «Miss Violence», που κέρδισε διεθνή αναγνώριση, στην Ελλάδα έκοψε μόνο 17.000 εισιτήρια. «Ολοι έβριζαν». Ακολούθησε το «Love me Not» και τώρα ετοιμάζει την πέμπτη του ταινία, γαλλική παραγωγή (συμμετέχουν Βέλγοι, Δανοί, Ρώσοι) που θα γυριστεί στη Σουηδία με ρωσοσουηδικό καστ. Λέγεται «Apathy» (Απάθεια) και αναφέρεται στο «σύνδρομο παραίτησης» που εντοπίστηκε στη Σουηδία το 1998 (αναγνωρίστηκε το 2016). Παρουσιάζεται σε παιδιά μεταναστών, τα οποία παραλύουν, πέφτουν σε κώμα, χωρίς νευρολογικό πρόβλημα. «Αυτό το σύνδρομο εμφανίστηκε και στην Αυστραλία, τώρα και στην Ελλάδα. Είναι μια αλληγορία για τον κόσμο που έρχεται».