ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Χωρίς ελπίδα και χωρίς απελπισία

«Αρχισα να πίνω αφότου συνειδητοποίησα ότι όλα όσα ήθελα για εμένα, για το γράψιμο, για τη γυναίκα και τα παιδιά μου, απλώς δεν επρόκειτο να συμβούν», έλεγε ο Ρέιμοντ Κάρβερ. Φωτ. SHUTTERSTOCK

«Οπου κι αν πήγαινε εκείνη τη μέρα βάδιζε / μέσα στο ίδιο του το παρελθόν», είναι οι πρώτοι στίχοι ποιήματος «Εκεί που είχαν ζήσει» του Ρέιμοντ Κάρβερ. Ο κύριος Γκρι διάβασε το ποίημα την περασμένη Κυριακή σε αυτό το ένθετο. 

«Δηλώνει με τόσο αφοπλιστική απλότητα μιαν αλήθεια για τον καθένα μας», σχολιάζει. «Είναι κάποιες μέρες που, στ’ αλήθεια, ό,τι κι αν κάνεις, περνάς “κλοτσώντας σωρούς αναμνήσεων”. Ωστόσο, στη μεγάλη συνέντευξη στο The Paris Review, το 1983, ο ίδιος δηλώνει ότι δεν κοιτάζει ποτέ πια πίσω». 

Ενα στοιχειό απ’ το παρελθόν του Κάρβερ ήταν ο εθισμός. «Υπάρχει μια μεγάλη μυθολογία γύρω απ’ το αλκοόλ», έλεγε, «εμένα όμως ουδέποτε με αφορούσε αυτό. Νομίζω ότι άρχισα να πίνω αφότου συνειδητοποίησα ότι όλα όσα ήθελα για εμένα, για το γράψιμο, για τη γυναίκα και τα παιδιά μου, απλώς δεν επρόκειτο να συμβούν. Είναι παράξενο. Ποτέ δεν ξεκινάς τη ζωή σου σκοπεύοντας να χρεοκοπήσεις, να γίνεις αλκοολικός, να είσαι άπιστος και κλέφτης. Ή ψεύτης». 

Η επόμενη ερώτηση ήρθε αβίαστα: «Και εσείς ήσαστε όλα αυτά τα πράγματα;». «Ημουν», απαντά αμέσως ο Κάρβερ. «Αλλά όχι πια. Α, λέω πού και πού κάποιο μικρό ψέμα. Οπως όλοι μας». 

Την εποχή που ο Κάρβερ δίνει τη συνέντευξη, αρχές της δεκαετίας του ’80, είναι καθαρός απ’ το οινόπνευμα. «Κάθε πρωί που ξυπνάω, χαίρομαι που ξύπνησα. Γι’ αυτό μου αρέσει να ξυπνάω νωρίς. Τον καιρό που έπινα, κοιμόμουν έως αργά το μεσημέρι ή κάτι τέτοιο και συνήθως ξυπνούσα με ρίγη». 

Οι συντάκτες του The Paris Review τον ρωτούν αν μετανιώνει για όλα τα άσχημα πράγματα που συνέβησαν τότε. «Δεν μπορώ να αλλάξω τίποτα πια», αποκρίνεται. «Δεν έχω την πολυτέλεια να μετανιώσω για τίποτα. Εκείνη η ζωή απλώς πέρασε πια και δεν λυπάμαι γι’ αυτό. Πρέπει να ζήσω στο παρόν. Εκείνη η ζωή έχει χαθεί στα σίγουρα – μου φαίνεται τόσο μακρινή σαν να είχε συμβεί σε κάποιον άλλο για τον οποίο διάβασα σε μυθιστόρημα του δεκάτου ενάτου αιώνα. Ούτε πέντε λεπτά τον μήνα δεν χαραμίζω πια στο παρελθόν. Στ’ αλήθεια, το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα και εκεί κάνουν τα πράγματα διαφορετικά. Τα πράγματα συμβαίνουν. Ειλικρινά, νιώθω ότι έζησα δύο ζωές».

Είχε πολλά να θυμάται ο Κάρβερ, υποθέτω όπως ο καθένας από εμάς. «Οπως επίσης είχε πολλούς λόγους για να ΜΗ θυμάται», σχολιάζει ο κύριος Γκρι, «όπως επίσης ο καθένας μας. Ισως αυτό σημαίνει να είσαι συγγραφέας, ποιητής, γραφιάς: η κόψη της λεπίδας του ξυραφιού ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη, ανάμεσα στην τιμωρία και στη συγχώρεση, αυτό να είναι η μυθοπλασία, η ποίηση – η λογοτεχνία. Να, ίσως, ένα καλό μάθημα δημιουργικής γραφής απ’ τον Κάρβερ. Για να καταφέρει να φτάσει, όπως παραδέχεται ο ίδιος, στη μακάρια κατάσταση της Κάρεν Μπλίξεν: “Ελεγε ότι έγραφε κάθε μέρα κι από λίγο, χωρίς ελπίδα και χωρίς απελπισία”. Το σχόλιο του Κάρβερ: “Μου αρέσει αυτό”».