ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Οταν ο Σον μιλούσε για τον Κόνερι

Λονδίνο, 1968: με την Μπριζίτ Μπαρντό, στα γυρίσματα της ταινίας «Shalako». Στιγμιότυπο που απαθανάτισε ο φωτογράφος Τέρι Ο’ Νιλ.

«Αυτό το βραβείο μού θυμίζει πολλούς ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκα: εργατικούς, ταλαντούχους, ενθουσιώδεις, διασκεδαστικούς – αυτές τις αρετές θαυμάζω. Το να γυρίζεις ταινίες είναι ή ουτοπία ή σαν να φτυαρίζεις σκατά σε ανηφόρα. Απόψε ας βάλουμε όλοι κάτω τα φτυάρια μας και ας θυμηθούμε τις καλές στιγμές. Εγώ είχα πολλές», είπε το 2006, στην τελετή βράβευσής του από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου για το σύνολο της προσφοράς του. 

Πράγματι, είχε πολλές καλές στιγμές ο Σον Κόνερι, που έφυγε από τη ζωή στις 31 Οκτωβρίου στα 90 του χρόνια – και στη ζωή και στην τέχνη του. Για το κοινό του σινεμά ήταν ένας σπουδαίος ρολίστας και ο καλύτερος Τζέιμς Μποντ όλων των εποχών. Για τον γυναικείο πληθυσμό, ένας από τους πιο γοητευτικούς άντρες στον κόσμο. Για τους νεότερους ηθοποιούς, ένα σημείο αναφοράς. Για τη σύζυγό του, ένας σύντροφος-υπόδειγμα. Πώς έβλεπε, όμως, ο ίδιος τον εαυτό του; Τι τον καθόρισε; Με ποιο κριτήριο πορευόταν; Οι απαντήσεις –κάποιες τουλάχιστον– προκύπτουν μέσα από τα δικά του λόγια.

Τα παιδικά χρόνια

otan-o-son-miloyse-gia-ton-koneri0
Τριών ετών, στο Εδιμβούργο, με τη μητέρα του και τη γιαγιά του.

«Μεγάλωσα σε μια σοφίτα χωρίς ζεστό νερό, χωρίς ηλεκτρικό και χωρίς τουαλέτα – υπήρχε μια κοινόχρηστη στο κτίριο, αλλά ήταν τέσσερις ορόφους κάτω από το διαμέρισμά μας. Ο πατέρας μου ήταν εργάτης σε εργοστάσιο και η μητέρα μου καθαρίστρια. Εργάζονταν σκληρά. Ακόμα τους σκέφτομαι πολύ. Οταν ήμουν παιδί, όμως, δεν συνειδητοποιούσα ότι δεν είχαμε ουσιαστικά τίποτα ως οικογένεια, γιατί δεν είχα μέτρο σύγκρισης. Αυτό είναι μια μορφή ελευθερίας».

Η ανάγνωση

«Η πρώτη μεγάλη ευκαιρία μού παρουσιάστηκε όταν ήμουν πέντε ετών. Τότε έμαθα να διαβάζω. Μου πήρε περισσότερο από εβδομήντα χρόνια να συνειδητοποιήσω τι σήμαινε αυτό. Ηταν τόσο απλό και τόσο καθοριστικό».

Οι πρώτες δουλειές

otan-o-son-miloyse-gia-ton-koneri1
1946: Μόλις 16 χρόνων κατατάσσεται στο Βασιλικό Ναυτικό. (Φωτ. A.P. / Lennox McLendon)

«Λίγο πριν κλείσω τα 13, αποφάσισα να σταματήσω το σχολείο. Δεν μάθαινα τίποτα έτσι κι αλλιώς. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να δουλέψω, να έχω τα δικά μου χρήματα και να παίζω ποδόσφαιρο· αυτό ήταν το πάθος μου. Αρχισα να κάνω διανομές γάλακτος –με άμαξα που την έσερνε άλογο– και η αμοιβή μου ήταν 21 σελίνια την εβδομάδα. Αργότερα έπιασα δουλειά σε εργαστήριο κατασκευής φερέτρων, τα οποία γυάλιζα. Ημουν άθλιος σε οτιδήποτε καταπιάστηκα εκείνα τα χρόνια. Δεν ξέρω αν είμαι καλός ηθοποιός ή όχι, αλλά είμαι σίγουρος πως με ό,τι άλλο κι αν είχα ασχοληθεί θα ήμουν χειρότερος…»

Η φωνή

otan-o-son-miloyse-gia-ton-koneri2
1957: Αγνώριστος, υποδύεται έναν μποξέρ στην τηλεοπτική παραγωγή «Requiem for a heavyweight» του BBC.

«Οταν ξεκίνησα να εργάζομαι ως ηθοποιός, έδωσα 60 στερλίνες και αγόρασα ένα ογκώδες κασετόφωνο Grundig. Ηχογραφούσα τη φωνή μου και την άκουγα. Στη συνέχεια προσπαθούσα να μιλάω πιο καθαρά, να είμαι κατανοητός. Μόνος μου εκπαίδευσα τον εαυτό μου στην ορθοφωνία, αλλά ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό μου η σκέψη να αλλάξω τη βαριά σκωτσέζικη προφορά μου. Υποκριτική σημαίνει να μεταφέρεις συναισθήματα, και είναι καλύτερο να αφιερώνεις τον χρόνο σου σ’ αυτή την προσπάθεια παρά σε οτιδήποτε άλλο. Το συναίσθημα, άλλωστε, είναι κοινό για όλους τους ανθρώπους, μια διεθνής γλώσσα. Επιπλέον, υπάρχει μια μοναδική “μουσική” στον τρόπο που ο καθένας μας μιλάει. Γιατί να την καταστρέψει;»

Ο Μποντ και εγώ

«Θα είμαι ειλικρινής: Δεν θα βρείτε πολύ… Τζέιμς Μποντ σε εμένα. Αλλά δεν με δυσκόλεψε ως ρόλος, εκτός από το γεγονός ότι έπρεπε να τον ανακαλύψω από το μηδέν. Από πού κρατούσε η σκούφια του; Ποιοι ήταν οι γονείς του; Κανείς δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτόν, ούτε καν ο Ιαν Φλέμινγκ. Κι έχω την αίσθηση πως αν ήταν υπαρκτό πρόσωπο και τον συναντούσα, μάλλον δεν θα τον συμπαθούσα…»

Η ευγνωμοσύνη

otan-o-son-miloyse-gia-ton-koneri3
1971: Ως Τζέιμς Μποντ στο «Diamonds are forever». Ηταν η έκτη φορά που υποδύθηκε τον διαχρονικό κατάσκοπο. (Φωτ. Τέρι Ο’Νιλ)

«Αισθάνομαι ευγνωμοσύνη για τις ταινίες Μποντ. Εχουν δώσει μεγάλη ώθηση στην καριέρα μου, ποτέ δεν θα το αρνηθώ. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι σκλάβος του Μποντ. Μπορώ να κόψω τους δεσμούς μαζί του όποτε θέλω. Οι αλυσίδες που μας ενώνουν δεν είναι φτιαγμένες από ατσάλι, αλλά από ίνες μεταξιού». 

Η… τριχόπτωση

«Εχασα τα μαλλιά μου σε ηλικία 35 ετών. Δεν με πείραξε, δεν ήταν δα και το τέλος του κόσμου. Βρίσκω αστείους κάποιους άντρες που έχουν πολύ μακριά μαλλιά και τα τυλίγουν στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους, σαν φίδι έτοιμο να ξεδιπλωθεί».

Το απωθημένο

«Το Οσκαρ που πήρα το 1988 για την ταινία “Οι αδιάφθοροι” του Μπράιαν ντε Πάλμα ήταν υπέροχο. Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, θα χαιρόμουν περισσότερο αν κέρδιζα το US Open στο γκολφ».

otan-o-son-miloyse-gia-ton-koneri4
1988: Οσκαρ β΄ ανδρικού ρόλου για τους «Αδιάφθορους» του Ντε Πάλμα.

Η «συνταξιοδότηση»

«Αποσύρθηκα από τον κινηματογράφο γιατί βαρέθηκα να ασχολούμαι με ηλίθιους. Εδώ και χρόνια υπάρχει ένα διαρκώς διευρυνόμενο χάσμα ανάμεσα σε εκείνους που μπορούν να κάνουν ταινίες και εκείνους που δεν μπορούν».

Η πιο δύσκολη ερώτηση

«Πριν από χρόνια βρέθηκα στη γενέτειρά μου, το Εδιμβούργο, για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Ο ταξιτζής απόρησε που ήξερα όλους τους δρόμους από τους οποίους περνούσαμε. “Οταν ήμουν μικρός, μοίραζα γάλα εδώ”, του εξήγησα. “Και τώρα τι κάνεις;” με ρώτησε. Ηταν η πιο δύσκολη ερώτηση που μου έκαναν ποτέ!»

Το «άβατο» του σπιτιού

«Πολύ νωρίς συνειδητοποίησα ότι η φήμη συχνά μετατρέπει τον ηθοποιό από άνθρωπο σε εμπόρευμα. Δεν σκοπεύω να υποστώ αυτή τη μετάλλαξη. Γι’ αυτό αγωνίζομαι τόσο σκληρά για να προστατεύσω με κάθε τρόπο την προσωπική μου ζωή: δίνω ελάχιστες συνεντεύξεις, κρατώ μακριά μου τους αδιάκριτους φωτογράφους που με ακολουθούν θέλοντας να καταγράψουν κάθε βήμα και κάθε… ανάσα μου. Το σπίτι μου αποτελεί το ιερό μου· ήταν, είναι και θα είναι μόνο για εμένα, τη γυναίκα μου, την οικογένειά μου και τους φίλους μου. Η πόρτα του δεν ανοίγει ούτε για συνεντεύξεις ούτε για επαγγελματικές συναντήσεις. Οταν δουλεύω, δίνω στους ρόλους μου όλη μου την ενέργεια. Οταν φεύγω από το γύρισμα, το υπόλοιπο κομμάτι του χρόνου μου θέλω να είναι μόνο δικό μου. Δεν νομίζω ότι ζητάω πολλά».