ΒΙΒΛΙΟ

Στην καρδιά του πολιτικού σκότους

Ο Ρόμπερτ Πεν Γουόρεν (1905-1989) καθαρίζει τον κήπο της οικογενειακής εστίας στο Κονέκτικατ το 1978. Το μυθιστόρημά του «Ολοι οι άνθρωποι του βασιλιά» είναι κάτι περισσότερο από ένα κλασικό αμερικανικό μυθιστόρημα του 20ού αιώνα. (Φωτ. WILLIAM R. FERRIS / UNIVERSITY OF NORTH CAROLINA)

ROBERT PENN WARREN
Ολοι οι άνθρωποι του βασιλιά
μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου
εκδ. Πόλις, 2020, σελ. 560
 
Οταν μιλάμε για την αμερικανική ρεαλιστική πεζογραφία που απεικονίζει τη βιοπολιτική της αμερικανικής κοινωνίας στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ο νους μας πάει αυτόματα στον Τζον Ντος Πάσος και στον Τζον Στάινμπεκ. Αυτοί είναι οι δύο συγγραφείς που, σε αντίθεση με τους άλλους μεγάλους συγχρόνους τους (ας πούμε: τους κοσμοπολίτες Χέμινγουεϊ και Φιτζέραλντ, τον ψυχογράφο Λιούις, τον θιασώτη του θανατερού τρόμου Λάβκραφτ ή τον μοντερνιστή Φώκνερ), έταξαν τη γραφή τους σε έναν ιδιότυπο «κοινωνιστικό» ρεαλισμό (αντιπαραθέτω τον όρο με τον «σοσιαλιστικό ρεαλισμό»). Ο Πάσος και ο Στάινμπεκ, ακολουθώντας τη γραμμή που χάραξε ο Τζακ Λόντον, παρακολουθούν τις βίαιες ζυμώσεις των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων της αμερικανικής κοινωνίας μοιράζοντας την οπτική τους με εκείνη των παθόντων και των απελπισμένων.

Ωστόσο, την ίδια περίοδο, το μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα της πολιτικής διαφθοράς (ακριβέστερα: της διαφθοράς της συνείδησης μέσα στην πολιτική διαχείριση) το έγραψε, εντελώς απρόσμενα, ένας λυρικός μετασυμβολιστής ποιητής. Ο Ρόμπερτ Πεν Γουόρεν (1905-1989), ακαδημαϊκός και πολυβραβευμένος, υπήρξε ένας στέρεος, μάλλον συντηρητικός στη φόρμα του ποιητής που, ενώ η ποίησή του έχει πολύ μικρή απήχηση εκτός των ΗΠΑ, στην πατρίδα του έχει κατακτήσει δύο αξιοσημείωτες πρωτιές: Υπήρξε ο πρώτος που έλαβε τον (ελαφρώς τρομακτικό) τίτλο του «Δαφνοστεφή Ποιητή των ΗΠΑ» το 1986 και είναι ο μοναδικός μέχρι σήμερα συγγραφέας που, ανάμεσα στα πολλά άλλα βραβεία, έχει πάρει το Βραβείο Πούλιτζερ τόσο για την ποίηση (δύο φορές, το 1958 και 1959) όσο και για την πεζογραφία (το 1946). Αυτό το πεζογραφικό Πούλιτζερ του 1946 αφορούσε το τρίτο του μυθιστόρημα (στη συνέχεια θα γράψει άλλα επτά χωρίς επ’ ουδενί να ξαναγγίξει την κορυφή του τρίτου): Ηταν το «Ολοι οι άνθρωποι του βασιλιά», ένα βιβλίο που από πολύ νωρίς εντάχθηκε στα κλασικά μυθιστορήματα της Αμερικής – και πλέον, εδώ και λίγες ημέρες, με ασύμμετρη καθυστέρηση δεκαετιών, κυκλοφορεί και στα ελληνικά (εκδόσεις Πόλις, μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδου).

Ωστόσο, το «Ολοι οι άνθρωποι του βασιλιά» είναι κάτι περισσότερο από ένα κλασικό αμερικανικό μυθιστόρημα του 20ού αιώνα: Είναι το καταστατικό μυθιστόρημα του αμερικανικού Κανόνα όσον αφορά την πολιτική διαφθορά στις ΗΠΑ και στις δυτικές δημοκρατίες γενικότερα – μια διαφθορά που, ως περίπου μοιραίο παρεπόμενο της ανθρώπινης κατάστασης, μολύνει και εξαχρειώνει τη συνείδηση «ανεπαισθήτως». Ο κεντρικός πρωταγωνιστής του, Γουίλι Σταρκ (αυτός που, σύμφωνα με τον κλασικό ορισμό, εάν δεν υπήρχε, δεν θα υπήρχε αφήγηση), ξεκινάει ως ένα ώριμο τέκνο της ανάγκης και της οργής: Εισβάλλει στον κόσμο για να μιλήσει εκ μέρους των αδικημένων και αποκλεισμένων του αμερικανικού Νότου που νιώθουν πως δεν έχουν ούτε φωνή ούτε κοινωνικό αντίκρισμα στα σαλόνια των κλειστών πολιτικών ελίτ. Πολύ σύντομα κατανοεί πως ο λαός που εκφράζει είναι μια χειραγωγήσιμη μάζα, ένα εκλογικό σώμα-πλαστελίνη που ουσιαστικά αποζητάει τη δημαγωγία της αυτοκατάφασης και τον χειριστικό λαϊκισμό. Ο Σταρκ αποδέχεται με κυνισμό αυτό που του ζητάει ο «λαός του» και αποδεικνύεται ο ιδανικός εκφραστής ενός πολιτικού ρεύματος του «οργισμένου» πολιτικού πολτού. Ηταν μια σχεδόν προφητική καταγραφή του λαϊκιστικού ρεύματος που σήμερα, 70 χρόνια μετά το μυθιστόρημα, θα αναδειχθεί κυρίαρχο στις κουρασμένες –ή και αποσυντονισμένες– δημοκρατίες της Δύσης.

stin-kardia-toy-politikoy-skotoys0
Το μυθιστόρημα τελειώνει με την αινιγματική επωδό «πάντοτε θα επιστρέφουμε έξω από την ιστορία, στην Ιστορία…».

Ο Γουόρεν σχηματίζει τον Σταρκ από ένα πραγματικό πρόσωπο: Ο άγνωστος στην Ελλάδα αλλά θρυλικός για την πολιτική ζωή των ΗΠΑ Χιούι Λονγκ ήταν ένα περίεργο κράμα αυτοδημιούργητου τυχοδιώκτη και ακροδεξιού δημαγωγού, που εκλέχθηκε στα 35 του χρόνια κυβερνήτης της Λουιζιάνα με ένα εξαιρετικά φιλολαϊκό πρόγραμμα και στα 39 του γερουσιαστής της ίδιας πολιτείας. Ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του Kingfish: «Στην Ουάσιγκτον δεν με μετράνε, αλλά στον λαό της Λουιζιάνα είμαι το μεγάλο ψάρι».

Υπερφιλόδοξος, λαϊκιστής, αντισυμβατικός, συχνά ωμός και χυδαίος (αν κανείς παρακολουθήσει ομιλίες του στο Διαδίκτυο, θα δει μια πρώιμη εκδοχή του Τραμπ ή του Μπόρις Τζόνσον), ο Λονγκ φάνταζε ως η μεγάλη και μη διαχειρίσιμη απειλή ενάντια στον Φραγκλίνο Ρούσβελτ στις προεδρικές εκλογές του 1936 (ετοίμαζε μάλιστα και βιβλίο με τον τίτλο «Οι πρώτες μου ημέρες στον Λευκό Οίκο»). Εντέλει η αναμέτρηση αυτή δεν έγινε ποτέ: Μια από τις πλέον αμφιλεγόμενες πολιτικές δολοφονίες στην ιστορία των ΗΠΑ (από τον γαμπρό ενός πολιτικού αντιπάλου του) οδήγησε τον Λονγκ στον τάφο τον Σεπτέμβριο του 1935, στα 42 του χρόνια. Μέχρι σήμερα γράφονται βιβλία για κάποιον βαθμό εμπλοκής του Ρούσβελτ στη δολοφονία του (ο οποίος, από ένα σημείο και μετά, αποκαλούσε τον –άλλοτε υποστηρικτή του– Λονγκ «Χίτλερ της Αμερικής»), χωρίς ωστόσο αυτή η εμπλοκή να έχει θεμελιωθεί πειστικά.

Ο Γουόρεν εκ των υστέρων αρνήθηκε τη συσχέτιση του «Ολοι οι άνθρωποι του βασιλιά» με τον Λονγκ – και επέμενε πως ο τίτλος του δεν αναφερόταν στον Kingfish, ούτε στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Λονγκ «Every Man A King», αλλά σε ένα στίχο του παιδικού τραγουδιού «Hampty Dampty»: «All the King’s horses / And all the King’s men / Couldn’t put Humpty together again». 

Η διάψευση

Αλλά το ίδιο του το μυθιστόρημα τον διαψεύδει εμφατικά: Ο Γουίλι Σταρκ κουβαλάει τον ίδιο θεληματικό λαϊκισμό του Λονγκ, γίνεται η φωνή του «πνιγμένου» αμερικανικού Νότου, διαχειρίζεται ανθρώπους μολύνοντάς τους με τη διαφθορά του και στο τέλος του μυθιστορήματος δολοφονείται (αντίστοιχα με τον Λονγκ) από τον Ανταμ Στάντον, έναν πληγωμένο ιδεαλιστή συνεργάτη του που μαθαίνει πως ο Σταρκ έχει ερωμένη την αδελφή του, Ανν.

Ο έτερος πόλος του μυθιστορήματος (ο οποίος γίνεται το μάτι του θεατή που μελετάει τον Σταρκ) είναι ο διανοούμενος άλλοτε δημοσιογράφος Τζακ Μπέρντεν, ο οποίος προσλαμβάνεται από τον Σταρκ σε μια «βρώμικη» αποστολή: να ανακαλύψει μελανές κηλίδες στο παρελθόν του αδιάφθορου δικαστή Μόνταγκιου Ιρβινγκ που στέκεται εμπόδιο στα σχέδια του Σταρκ. Ο Μπέρντεν, που γνωρίζει από παιδί τον Ιρβινγκ ως οικογενειακό φίλο των γονιών του, στέκεται απέναντι στον κόσμο με μια ουδέτερη όσο και μηδενιστική αναστοχαστική αδιαφορία – θαρρείς να τον παρατηρεί σαν να τον βλέπει ως σελίδες ενός μυθιστορήματος. Σύντομα η κηλίδα που παρατηρεί θα τον σκεπάσει. Πράγματι θα ανακαλύψει μια παλιά υπόθεση διαφθοράς του αριστοκράτη δικαστή Ιρβινγκ.

Οταν του παρουσιάζει τα στοιχεία θέλοντας να μελετήσει την αντίδρασή του, ο Ιρβινγκ αυτοκτονεί. Και αμέσως μετά ο Μπέρντεν μαθαίνει από τη μητέρα του πως ήταν ο βιολογικός γιος του Ιρβινγκ – πως ουσιαστικά, από μηδενιστής παρατηρητής των γεγονότων, έγινε αυτουργός τους, οδηγώντας στον θάνατο τον ίδιο τον πατέρα του. 

Πρόκειται για την πιο εμφατική καταβύθιση στην καρδιά του πολιτικού σκότους στη σύγχρονη αμερικανική μυθοπλασία: Στο τέλος του βιβλίου ο Τζακ, ίδιος με σαιξπηρικό δευτεραγωνιστή, μένει ζωντανός ανάμεσα στα πτώματα των ανθρώπων που κλήθηκε να μελετήσει. Η διαφθορά που πίστευε πως δεν θα τον αγγίξει τον χωροκατέκτησε, τον έκανε ένα ακόμη εργαλείο στη μεγάλη μηχανή της ηθικής κατάπτωσης: «Είχε δει τον πατέρα του να πεθαίνει. Είχε δει τον φίλο του τον Ανταμ Στάντον να πεθαίνει. Είχε δει τον φίλο του Γουίλι Σταρκ να πεθαίνει και τον είχε ακούσει να λέει με την τελευταία του πνοή: Αχ, ρε Τζακ, όλα θα μπορούσαν να είναι αλλιώς…»

Η τελευταία φράση της ζωής του Γουίλι Σταρκ προφανώς παραπέμπει στον Μακμπέθ – μα, όπως συμβαίνει και με τον Σκωτσέζο βασιλιά, τίποτε δεν μπορούσε να είναι αλλιώς. Για τον Γουόρεν η διαφθορά είναι η ίδια η πολιτική φύση του ανθρώπου. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου ο Τζακ Μπέρντεν καταφεύγει στον γέροντα που νόμιζε για πατέρα του. Εκείνος του υπαγορεύει ανάμεσα στα άλλα μια κρίσιμη φράση για τη μυστική καρδιά του βιβλίου: «Η δημιουργία του κακού είναι ο δείκτης της δύναμης και της δόξας του Θεού». Το μυθιστόρημα τελειώνει με τη φυγή του Τζακ από τον τόπο της ηθικής του μόλυνσης – με την αινιγματική επωδό «πάντοτε θα επιστρέφουμε έξω από την ιστορία, στην Ιστορία…».

Ενα σπουδαίο μυθιστόρημα στα ελληνικά, με μεγάλη καθυστέρηση

stin-kardia-toy-politikoy-skotoys1
Tο «Oλοι οι άνθρωποι του βασιλιά» (στη φωτογραφία, σκηνή από την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου, το 1949, με πρωταγωνιστή τον Μπόντερικ Κρόουφορντ) βρίσκεται σε έναν προφανή διάλογο με τον πολύπλευρα θεμελιακό «Πολίτη Κέιν» του Ορσον Γουέλς, που βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1941 (κάτω).

Πρέπει να αποδοθούν τα πιο γενναιόδωρα εύσημα στις εκδόσεις Πόλις για την έκδοση ενός τέτοιου καταστατικού βιβλίου στην ελληνική γλώσσα – που προσπαθεί να θεραπεύσει μια καθυστέρηση δεκαετιών. Η μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου είναι ένα ακόμη επίτευγμα της συγκεκριμένης σπουδαίας μεταφράστριας (αν και θα προτιμούσα τη λέξη «βασιλιάς» στον τίτλο με κεφαλαίο Β). Ως μικρή παρατήρηση στην εξαιρετικά καλαίσθητη έκδοση (όπως πάντοτε συμβαίνει με τις συγκεκριμένες εκδόσεις) να σημειώσω πως μου έλειψε σαφώς ένα εκτενές Επίμετρο και ένα αντίστοιχα εκτενές Χρονολόγιο του Ρ. Π. Γουόρεν. Τέτοια καταστατικά έργα πρέπει, αν μη τι άλλο, να συνοδεύονται από την ιστορία της επίδρασης που προκάλεσαν.

Εκτιμώ πως το «Ολοι οι άνθρωποι του βασιλιά» βρίσκεται σε έναν προφανή διάλογο με τον πολύπλευρα θεμελιακό «Πολίτη Κέιν» του Ορσον Γουέλς, που βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1941 – πως ουσιαστικά εκκινεί από αυτόν. Και τα δύο εκκινούν από αληθινές ιστορίες του Αμερικανικού Ονείρου (Γουίλιαμ Ρούντολφ Χερστ και Χιούι Λονγκ) που συντρίβεται μέσα στην αινιγματική συνθετότητα της ανθρώπινης κατάστασης. Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά: Ο Τσαρλς Φόστερ Κέιν κάποια στιγμή διαφεύγει από το πολιτικό σκότος επειδή νιώθει ζωντανό τον δεσμό του με την υπαρκτική τραγωδία των ανθρώπων – είναι η λέξη Rosebud, ο χαραγμένος ροδανθός πάνω στο παιδικό του έλκηθρο που τον οδηγεί στην απόσυρση και στη σιωπή. Ο Γουίλι Σταρκ δεν έχει κανέναν τέτοιο δεσμό: έτσι, η εξαχρείωσή του γίνεται ανεπίστρεπτη και το βύθισμά του στο πολιτικό σκοτάδι πολύ πιο εφιαλτικό. 

stin-kardia-toy-politikoy-skotoys2

Θα μπορούσαν να γραφούν (και φαντάζομαι γράφονται) αρκετές διδακτορικές μελέτες για την επίδραση του παραπάνω ζεύγματος στη σύγχρονη αμερικανική αφήγηση. Πέρα από τις δύο γνωστότερες κινηματογραφικές μεταγραφές τού «Ολοι οι άνθρωποι του βασιλιά» (η πρώτη, του 1949, με σκηνοθέτη τον Ρόμπερτ Ρόσεν και πρωταγωνιστή τον Μπόντερικ Κρόουφορντ, πήρε ανάμεσα στα άλλα το Οσκαρ Καλύτερης Ταινίας – η δεύτερη, του 2006, παρά την εισπρακτική αποτυχία της, έδωσε την ευκαιρία στον Σον Πεν να κάνει μια σπαρακτική ερμηνεία), είναι προφανές πως το πασίγνωστο βιβλίο-ρεπορτάζ «Ολοι οι άνθρωποι του προέδρου» των Μπέρνσταϊν – Γούντγουορντ που αποκάλυψε το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ (και συνακόλουθα η ομότιτλη ταινία του Αλαν Πάκουλα) κάνει μια ευθεία αναφορά και στον τίτλο και στο κλίμα των «Ανθρώπων του βασιλιά». Αλλά και μια ολόκληρη ακολουθία αφηγήσεων, πολυάριθμες κλιμακώσεις της οποίας έχουν γίνει ήδη κλασικά έργα της σύγχρονης κουλτούρας (ενδεικτικά και μένοντας μόνο στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση: ο «Νονός 3» του Κόπολα, ο «Νίξον» του Στόουν, το «House of Cards» του Μπο Γουίλιμον κ.ά.), μοιάζουν να εκκινούν από την πυρηνική θέση του καταστατικού μυθιστορήματος του Γουόρεν: το αλλόκοτο πεπρωμένο της βιοπολιτικής διάβρωσης των ανθρώπων από έναν απρόσωπο Κανόνα που μοιάζει εγκατεστημένος μέσα μας, την προσχώρηση στο υπαρκτικό σκοτάδι που καταπίνει την ηθική. Κι αν ισχύει η αρχή πως οι μεγάλες μητροπόλεις γεννούν τις μεγάλες αφηγήσεις, αναμφίβολα η Αμερική των τελευταίων 100 χρόνων έχει γεννήσει τις μεγάλες αφηγήσεις του πολιτικού σκότους. 
 
* Ο κ. Θανάσης Τριαρίδης είναι συγγραφέας και υπεύθυνος των διαδικτυακών σεμιναρίων για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό «Τα μελένια λεμόνια». Τελευταίο του βιβλίο, η ποιητική συλλογή «Θα μας ξεπλύνει η θάλασσα», εκδόσεις Gutenberg.