ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Καταγράφοντας τη φρίκη του εμφυλίου στη Συρία

Μαζί με τον άνδρα της και τη Σάμα, η Αλ-Κατέμπ διέφυγε από το Χαλέπι στην Τουρκία, για να καταλήξει στη Μ. Βρετανία.

Υπάρχουν στιγμές στα 99 λεπτά της ταινίας «Για τη μικρή Σάμα», που ενστικτωδώς κάποιος θεατής μπορεί να θελήσει να αποστρέψει το βλέμμα. Ο θάνατος και η ισοπέδωση στο πολιορκημένο Χαλέπι καταγράφονται στην πλήρη ωμότητά τους, όπως είναι, χωρίς υπόνοιες ή λυρισμούς. Το ντοκιμαντέρ, όμως, δεν εξαντλείται σε αυτά τα δημοσιογραφικά ντοκουμέντα. Μαζί με την απώλεια συνυπάρχει και η ελπίδα: τα πλάνα ενός γάμου και μιας γέννησης, η προσπάθεια μιας οικογένειας να κρατήσει τον κόσμο γύρω της ζωντανό ακόμη και όταν όλα πλάι της καταρρέουν. 

Η Ουάντ Αλ-Κατέμπ δεν είχε κάποια σχέση με την κινηματογράφηση, δεν ήξερε πώς να στήσει ένα σωστό κάδρο ή να εστιάσει σωστά κατά τις πρώτες της απόπειρες. Το 2011, ξεκίνησε αρχικά να καταγράφει με ένα κινητό τηλέφωνο τις κινητοποιήσεις των συμφοιτητών της στη Συρία κατά του καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Ασαντ. Οσο η πόλη της βυθιζόταν στη δίνη του εμφυλίου εκείνη συνέχιζε με πιο επαγγελματικές κάμερες την καταγραφή στους θαλάμους του αυτοσχέδιου νοσοκομείου που είχε στήσει ο σύζυγός της, Χάμζα, για να περιθάλψει, μαζί με άλλους εθελοντές, τα θύματα αεροπορικών βομβαρδισμών των συριακών και ρωσικών δυνάμεων. Ούτε εκεί, όμως, ήταν ασφαλής. Το νοσοκομείο γινόταν στόχος επιδρομών, ώστε να τσακιστεί το ηθικό των αντιδρώντων.

Η ταινία της Αλ-Κατέμπ («For Sama») απέσπασε διεθνείς διακρίσεις και ήταν υποψήφια για Οσκαρ ντοκιμαντέρ το 2020. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, το αμερικανικό περιοδικό Time συμπεριέλαβε τη δημιουργό του στους 100 ανθρώπους με τη μεγαλύτερη επιρροή στην υφήλιο για εφέτος. Την ερχόμενη εβδομάδα, το ντοκιμαντέρ της επρόκειτο να βγει και στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες, αλλά η εξέλιξη της επιδημίας στη χώρα μας ανέστειλε προσωρινά την προβολή του. Η Ουάντ Αλ-Κατέμπ μίλησε στην «Κ» μέσω WhatsApp από το Λονδίνο, όπου ζει τα τελευταία χρόνια ως πρόσφυγας, μαζί με την οικογένειά της.
«Ηξερα ότι το υλικό που θα συγκέντρωνα θα ήταν σημαντικό, αλλά δεν σκεφτόμουν τότε ότι γυρίζω μια ταινία, γιατί θα μπορούσα ανά πάσα στιγμή να σκοτωθώ – οποιοσδήποτε γύρω μου θα μπορούσε να σκοτωθεί», λέει. «Αποφάσισα να αξιοποιήσω όλο αυτό το υλικό αφού έφυγα από τη Σύρια. Είχα συγκεντρώσει πάνω από 500 ώρες γυρισμάτων και έπρεπε να τις ξαναδώ, να τις ξαναζήσω για να βρω έναν τρόπο να διηγηθώ αυτή την ιστορία».

katagrafontas-ti-friki-toy-emfylioy-sti-syria0
Η ταινία «For Sama» απέσπασε διεθνείς διακρίσεις και ήταν υποψήφια για Οσκαρ ντοκιμαντέρ το 2020. 

Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη του εμφυλίου, η Αλ-Κατέμπ απέκτησε την πρωτότοκη κόρη της, Σάμα (σημαίνει ουρανός στα αραβικά). Η ταινία είναι αφιερωμένη σε αυτήν, έχει τη μορφή μιας επιστολής από τη μητέρα προς την κόρη της, για να μην ξεχάσει από πού κατάγεται και τι έχει συμβεί στην πόλη της. Με όλο αυτό το διαθέσιμο υλικό, η κινηματογραφίστρια είχε πολλές αφηγηματικές επιλογές. Θα μπορούσε να εστιάσει σε κάποιον άλλον χαρακτήρα, να στρέψει αλλού τον φακό. Τελικά, μέρος και της δικής της προσωπικής ιστορίας έγινε το όχημα για να διηγηθεί τα δεινά των συμπολιτών της. Προσδοκούσε ότι με αυτόν τον τρόπο θα κατάφερνε να πετύχει την ταύτιση του θεατή. «Στην αρχή ήταν πολύ δύσκολο να μιλήσω στην ταινία για τη δική μου προσωπική εμπειρία, τόσες άλλες ιστορίες θα μπορούσαν να είναι πιο σημαντικές. Οταν έδειξα τελικά την ταινία σε φίλους μου από το Χαλέπι, μου είπαν ότι αυτή δεν είναι μόνον η δική μου ιστορία, είναι και η δική τους», λέει.

Τα πλάνα της Αλ-Κατέμπ είναι τεκμήρια της φρίκης του πολέμου. Ο θεατής βλέπει ανθρώπους να συνομιλούν στους διαδρόμους ενός νοσοκομείου, εθελοντές γιατρούς να σκουπίζουν τον ιδρώτα τους έπειτα από δύσκολες επεμβάσεις, με ελλιπή εξοπλισμό, και σε δευτερόλεπτα να τους καταπίνουν η σκόνη και τα χαλάσματα από έναν ακόμη βομβαρδισμό. Οσο βρισκόταν εκεί και μετρούσε απώλειες δίπλα της, η Αλ-Κατέμπ δεν προλάβαινε να επεξεργαστεί ό,τι συνέβαινε. Οταν χρειάστηκε να δει ξανά και ξανά τα πλάνα, έζησε εκ νέου όλα αυτά τα τραυματικά γεγονότα. «Μέχρι στιγμής είναι πιο δύσκολο για εμένα να παρακολουθήσω ξανά όλες τις στιγμές ευτυχίας παρά τις σκηνές με τους θανάτους, γιατί ξέρω ότι δεν πρόκειται να επαναληφθούν, δεν θα μπορέσω να επιστρέψω εκεί», λέει.

Μαζί με τον άνδρα της και τη Σάμα, η Αλ-Κατέμπ διέφυγε από το Χαλέπι στην Τουρκία. Εκεί απέκτησαν άλλη μία κόρη, την Ταΐμα. Κατόρθωσαν, χάρη σε μια συνεργασία που είχε η ίδια με το βρετανικό τηλεοπτικό δίκτυο Channel 4, να ταξιδέψουν με βίζα στη Βρετανία, όπου ζουν σήμερα. «Κάποιοι μπορεί να μην καταλαβαίνουν γιατί βρισκόμαστε εδώ, να νομίζουν ότι θα βλάψουμε την οικονομία ή την κουλτούρα τους. Είναι δύσκολο να τους κάνεις να καταλάβουν, αλλά η ταινία μου ίσως βοηθήσει να τους προσεγγίσουμε», λέει. «Δεν χαιρόμαστε που γίναμε πρόσφυγες, δεν θέλουμε να ζούμε σε καταυλισμούς στην Τουρκία ή στη Μόρια. Θέλουμε να μπορέσουμε να επιστρέψουμε εκεί όπου ανήκουμε».

Για κάποιο διάστημα, μετά την αρχική φυγή τής οικογένειας στην Τουρκία, η Σάμα είχε εφιάλτες. Πλέον, έχει προσαρμοστεί στη νέα της ζωή στη Βρετανία. Η μητέρα της προσπαθεί να της εξηγήσει ποιες είναι οι ρίζες τους και δεν αποκλείει κάποια στιγμή στο μέλλον, όταν πλέον θα είναι ώριμη η συνθήκη, να δει ξανά την ταινία μαζί με την κόρη της. Οπως λέει, θα τη βοηθήσει να καταλάβει.