ΑΠΟΨΕΙΣ Β. ΒΑΜΒΑΚΑ - Ι. ΒΩΒΟΥ

Πρέπει να μπαίνουν όρια στην πολυφωνία;

prepei-na-mpainoyn-oria-stin-polyfonia0

Δημοκρατία έχουμε. Ο καθένας έχει δικαίωμα στη γνώμη του. Τίποτα πιο αληθές απ’ αυτό. Αλλά είναι όλες οι γνώμες άξιες σεβασμού και προσοχής; 

Εχουν όλες θέση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης; Πρέπει να δίνεται βήμα σε έναν τραγουδιστή να παρουσιάζει τη δική του ερμηνεία πάνω στην πανδημία του κορωνοϊού; 

Οι αρνητές της μάσκας έχουν θέση σε τηλεοπτικά ρεπορτάζ εν μέσω σφοδρής υγειονομικής κρίσης; 

«Η απαγόρευση παρουσίας των ακραίων φωνών στα βασικά μέσα ενημέρωσης αυτό τον καιρό ενισχύει περισσότερο την επιχειρηματολογία τους ότι οι απόψεις τους “διώκονται”, ότι το “σύστημα τους φιμώνει”, ότι υπάρχει λογοκρισία», υποστηρίζει ο Βασίλης Βαμβακάς, υπογραμμίζοντας τον κρίσιμο ρόλο του δημοσιογράφου, ο οποίος οφείλει να αποδομεί τις «εναλλακτικές» απόψεις μέσα από επιστημονικά επιχειρήματα και σοβαρή ενημέρωση. 

«Στη συγκεκριμένη υγειονομική κρίση της πανδημίας του νέου κορωνοϊού που βιώνουμε, γίνονται εμφανείς οι αναρίθμητοι τρόποι με τους οποίους τα επιστημονικά δεδομένα και οι πηγές μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για πολλαπλές και αντικρουόμενες –-πολλές φορές– αφηγήσεις», σημειώνει η Ιωάννα Βώβου. 

Εντέλει, πρέπει να μπαίνουν όρια στην πολυφωνία; 
Γ. Ε.

Απόψεις ή αλήθεια;
ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΜΒΑΚΑΣ*

prepei-na-mpainoyn-oria-stin-polyfonia0Την περίοδο της πανδημίας όλα μοιάζουν να μπαίνουν σε μια περίεργη φάση αναστοχασμού. Ετσι και το ζήτημα της πολυφωνίας στα μίντια: Κατά πόσον πρέπει να μπαίνουν στα ενημερωτικά μέσα οι φωνές των αρνητών της πανδημίας ή της μάσκας (γιατί δεν συμπίπτουν απαραίτητα οι γνώμες), κατά πόσον οι θεωρίες συνωμοσίας πρέπει να αναπαράγονται στις καθημερινές ειδήσεις, κατά πόσον πρέπει να ακούγονται τα επιχειρήματα των αντιεμβολιαστών; Το ζητούμενο της πολυφωνίας σε μια συνθήκη που πρέπει να επικρατήσει η επιστημονική γνώση φαίνεται να μπαίνει υπό –προσωρινή τουλάχιστον– αίρεση. Κάτι βέβαια που δεν συνέβη καθόλου την περίοδο της οικονομικής κρίσης, όπου επιχειρήματα απολύτως ανεδαφικά και συνωμοσιολογικά κατέκλυζαν όχι μόνο το Διαδίκτυο, αλλά και παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης. Για την οικονομική χρεοκοπία μπορούσε να υπάρχει πλουραλισμός απόψεων, όχι όμως για την υγεία. Κάτι που φαίνεται να ξενίζει λογικά όσους συνήθισαν το προηγούμενο διάστημα να βλέπουν σε απολύτως mainstream μίντια τον κ. Σώρρα να ξεπληρώνει το χρέος ή άλλους να υπόσχονται σεισάχθεια και τις αγορές να χορεύουν στα ταμπούρλα της αντιμνημονιακής επανάστασης. Σίγουρα μέχρι σήμερα οι γιατροί (με επικεφαλής τον κ. Τσιόδρα) έχουν κερδίσει την εμπιστοσύνη της τεράστιας πλειονότητας της κοινής γνώμης, κάτι που οι σοβαροί οικονομολόγοι δεν κατάφεραν στο πρόσφατο παρελθόν, με ευθύνη και των ΜΜΕ.

Ομως, τίποτα δεν είναι δεδομένο στις σημερινές συνθήκες εκδημοκρατισμού της επικοινωνίας, ειδικά όταν δεν συζητιέται σοβαρά το ζήτημα του ρόλου του δημοσιογράφου στο να διαφυλάξει δύο αξίες που είναι σύμφυτες με το επάγγελμά του και πολλές φορές έρχονται σε σύγκρουση, ειδικά σε περιόδους κρίσης: την πολυφωνία και την αλήθεια. Η απαγόρευση παρουσίας των ακραίων φωνών στα βασικά μέσα ενημέρωσης αυτό τον καιρό ενισχύει περισσότερο την επιχειρηματολογία τους ότι οι απόψεις τους «διώκονται», ότι «το σύστημα τους φιμώνει», ότι υπάρχει λογοκρισία.

Εφόσον στόχος σε μια δημοκρατική κοινωνία μέσα από την ενημέρωση είναι να μάθουν και να πειστούν όχι μόνο οι ήδη γνώστες και πεπεισμένοι, αλλά και οι υπόλοιποι, οι καχύποπτοι και δυσφορούντες με τις επιστημονικές θέσεις, τότε τα μέσα πληροφόρησης όχι μόνο δεν πρέπει να αποκλείσουν τις «εναλλακτικές» απόψεις που αποκτούν απήχηση στο διαδικτυακό χάος, αλλά, αντιθέτως, να τις φιλοξενήσουν με σκοπό την αποδόμησή τους. Αυτό βέβαια δεν συνεπάγεται εξομοίωση των απόψεων αυτών με τις τεκμηριωμένες γνώσεις των ειδικών επιστημόνων, δεν σημαίνει δηλαδή, π.χ., πρόσκληση στο ίδιο τηλεοπτικό πάνελ ή σε παράλληλο παράθυρο ενός αρνητή της πανδημίας και ενός μέλους της επιτροπής των επιδημιολόγων. 

Η αποδόμηση της συνωμοσιολογίας ή της κοινωνικής ανευθυνότητας έχει να κάνει με τον ενεργό ρόλο του δημοσιογράφου – συνεντευξιαστή, ο οποίος έρχεται προετοιμασμένος και με πλήρη γνώση του αντικειμένου να φιλοξενήσει την αιρετική άποψη για να τη βάλει κάτω από δημόσια κριτική βάσανο. Αυτό βέβαια προϋποθέτει ιδιαίτερη προεργασία από τον εκάστοτε δημοσιογράφο και όχι επίδειξη δημοσίων σχέσεων ή αριθμών τηλεθέασης, δίνοντας απλά το μικρόφωνο στην αντισυστημική ανοησία. Τα μέσα ενημέρωσης μπορούν να φιλοξενήσουν οποιαδήποτε άποψη δεν έχει μισαλλόδοξες προθέσεις, αρκεί αυτό να συμβαίνει με δημοσιογραφικό αντίλογο, χρήση των πραγματικών δεδομένων και σεβασμό στην επιστημονική αλήθεια. 
 
*Αναπληρωτής καθηγητής, τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ, ΑΠΘ.

«Σε αναζήτηση της χαμένης διαφάνειας…»
ΙΩΑΝΝΑ ΒΩΒΟΥ*

prepei-na-mpainoyn-oria-stin-polyfonia1Στη σύγχρονη εποχή των αναρίθμητων πληροφοριών από πολλαπλές πηγές και κανάλια, πλατφόρμες ενημέρωσης και επικοινωνίας, στην εποχή των αλγόριθμων και της αφήγησης των δεδομένων (data storytelling), της κουλτούρας της «ορατότητας» και αυτή της εκθετικής προβολής μέσα από τα ψηφιακά μέσα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και τα «παραδοσιακά» μέσα, η σύγχυση η οποία είναι διάχυτη στο κοινωνικό περιβάλλον τείνει να γίνει παράδειγμα τρόπου ζωής. Οι συνεχείς «κρίσεις» τις οποίες βιώνουν οι σύγχρονες κοινωνίες (οικονομικές, πολιτικές, υγειονομικές, κ.λπ.) ενδυναμώνουν τη γενικευμένη αίσθηση μιας πορείας σε κινούμενη άμμο, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Η αναζήτηση της αλήθειας μοιάζει, συχνά, ένα άπιαστο όνειρο.

Με ποιους τρόπους οι δημοσιογράφοι καλούνται να ασκήσουν τον «σεβασμό στην αλήθεια, παρά τις όποιες επιπτώσεις, εις το όνομα του δικαιώματος του κοινού να γνωρίζει την αλήθεια» καθώς και την προάσπιση της «ελευθερίας της έκφρασης» (βλ. διακηρύξεις αρχών δημοσιογραφικής δεοντολογίας Μπορντό 1954, Μονάχου 1971 και Παγκόσμιο Χάρτη Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, Βρυξέλλες 2019); Η απάντηση δεν είναι καθόλου προφανής… Σε ό,τι αφορά τη δημοσιογραφική αποστολή και τον λόγο των μέσων, το ερώτημα παίρνει τη μορφή: «Τι σημαίνει να λέει κανείς την αλήθεια;».

Στη συγκεκριμένη υγειονομική κρίση της πανδημίας του νέου κορωνοϊού που βιώνουμε, γίνονται εμφανείς οι αναρίθμητοι τρόποι με τους οποίους τα επιστημονικά δεδομένα και οι πηγές μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για πολλαπλές και αντικρουόμενες –πολλές φορές– αφηγήσεις, εντείνοντας την αίσθηση σύγχυσης και το γενικευμένο έλλειμμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες. Οι κοινωνιογλωσσολόγοι θα μίλαγαν για υποθετικούς και επαγωγικούς συλλογισμούς οι οποίοι οδηγούν σε λογικές πλάνες (fallacies) και απλουστεύσεις.

Ακολουθώντας την ανάλυση του Bernard Williams (Truth and Truthfulness: An Essay in Genealogy, 2002), ο οποίος επισημαίνει ότι «όταν στηριζόμαστε σε αυτά που είπε κάποιος, αναπόφευκτα, βασιζόμαστε σε περισσότερα από αυτά που είπε», σημειώνουμε ότι, ουσιαστικά, η εννοιολογική μετατόπιση από τον θεμελιώδη παραδειγματικό άξονα της αλήθειας σε εκείνον της ειλικρίνειας είναι εκείνη που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε το διακύβευμα. 

Η νομιμοποίηση ενός «αληθινού» λόγου αντλείται όχι πάντα από την αντικειμενική, αδιαμφισβήτητη αλήθεια των γεγονότων και των δεδομένων αλλά από το καθεστώς ειλικρίνειας στο οποίο καλούνται να ενταχθούν τα υποκείμενα του λόγου (δημοσιογράφοι, πολιτικοί, «ειδικοί», δημόσια πρόσωπα…) και το οποίο τελεί υπό διαρκή κρίση, αμφισβήτηση ή πίστη. Εκεί, θα λέγαμε, «παίζεται το παιχνίδι», ήτοι στην άρση της εμπιστοσύνης σε πρόσωπα, θεσμούς, μηχανισμούς. Με άλλα λόγια, σε μία κοινωνία στην οποία η εμπιστοσύνη έχει κλονιστεί, η απαίτηση μιας διαφάνειας η οποία μοιάζει οριστικά χαμένη στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες περνάει μέσα από την πρόθεση να είναι κανείς ειλικρινής. Ετσι, ενδεχομένως, εξηγείται πώς «η απαίτηση για αλήθεια και η απόρριψη της αλήθειας μπορούν να πάνε μαζί» (Williams, 2002), με συνέπειες που εκτείνονται, πέραν των εννοιολογικών μετατοπίσεων, σε πραγματικές επιλογές στον δημόσιο βίο.

*Eπίκουρη καθηγήτρια, τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού, Πάντειο Πανεπιστήμιο.